Γαλαξίδι του 1930. Ένας μικρός διαβολάκος ρουφάει την αρμύρα μέσα από τον αέρα της ξενοιασιάς και της έμφυτης ελευθερίας του, παίζει με τον κίνδυνο και σκαρώνει πειράγματα στους μεγάλους. Σπιρτόζος παρατηρητής και ανατόμος της ψυχής, τρυπώνει εκεί όπου μυρίζεται χούι και παραξενιά, και καταστρώνει απρόοπτες καταστάσεις γέλιου.
Με την αγνότητα και το κέφι του παιδιού, μάς πηγαίνει πίσω σε μια εποχή που μπορεί να έσβησε απ` το χρόνο, μα που όλοι κουβαλάμε μέσα μας με γλυκιά νοσταλγία.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


