Την αγκάλιασε. Τη φίλησε. Γιατί;. . . Η Μαριάνα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της όλη νύχτα, άκουγε τη βροχή και στο μυαλό της στροβιλίζονταν μύριες σκέψεις. Την ίδια στιγμή, ο Κώστας στεκόταν στο παράθυρο του δωματίου του και άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Λίγες ώρες πριν την έσφιγγε στην αγκαλιά του, φιλούσε τα μαλλιά της, την κρατούσε στα χέρια του. Αργά, ηδονικά, περνούσαν μπροστά από τα μάτια του σκηνές από το σύντομο, παράταιρο ζευγάρωμά τους. Όσο το συλλογιζόταν τόσο οι τύψεις κούρνιαζαν στην ψυχή του. Ο φόβος τον παράσερνε σε μονοπάτια που δεν όριζε η καρδιά του. Όφειλε να συγκρατήσει τον παρορμητισμό του. Γνώριζε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι. . . Έπρεπε να πνίξει κάθε αίσθημά του. Το ίδιο πίστευε κι εκείνη. Δεν έπρεπε να καταλάβει ποτέ πως τον αγαπούσε, πως τον ήθελε με όλο το είναι της. (. . .)
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


