Θυμάμαι τον Κώστα Ρούσση τις Κυριακές τα πρωινά, που οι άντρες φορούσαν άσπρα πουκάμισα και μαζεύονταν στην πλατεία μετά τη λειτουργία της εκκλησίας. Ήταν κι αυτός εκεί, με μια φωτογραφική μηχανή με φυσούνα περασμένη χιαστί στον ώμο του. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ότι εκείνες οι εικόνες θα αποτελούσαν αργότερα ανεκτίμητης αξίας μαρτυρία μιας ολόκληρης εποχής.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


