Είχε δει τους γνωστούς, παλιούς φοιτητές, φίλους στενούς απ’ το στρατό, να τελειώνουν τις σπουδές και να σέρνονται στην αγορά εργασίας κρύβοντας πίσω από κοστούμια και γραβάτες την καθημερινή αγωνία του υπαλλήλου. Τους είχε δει στην εκκλησία να παντρεύονται, με χαμόγελα τραβηγμένα μέχρι το σβέρκο και ύστερα να χωρίζουν εν μέσω ύβρεων και αμοιβαίων προπηλακισμών. Όσοι από δαύτους αποδείχθηκαν ισχυροί κι άντεξαν την «τυραννία της νόμιμης συμβίας», όπως έλεγε, σήμερα βγάζουν το παιδί τους βόλτα στο πάρκο, άλλοι, όπως η αφεντιά του, βγαίνουν μόνοι και χαίρονται τον περίπατό τους. «Τον άντρα και τα σκουπίδια πρέπει να τα βγάζεις από το πρωί, αλλιώς θα βρομίσουν», θυμόταν κάποιον απ’ τους συνδαιτυμόνες να λέει στο μπαρ της γωνίας που σύχναζε τα βράδια. Έτσι κι αυτό, έβγαινε απ’ το πρωί κι αφουγκράζονταν το μουρμουρητό και τη σιωπή του κόσμου.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


