Δύο μηνών ο Μήτσος έκανε την πρώτη του επαφή με τους μπάτσους. Δύο μηνών τον είχαν βρει πίσω από μία πόρτα και τον παρέδωσαν στο αστυνομικό Τμήμα. Έκτοτε ζούσε πίσω από πόρτες: ορφανοτραφεία, σωφρονιστήρια, φυλακές. Είχε δηλαδή όλα τα εφόδια για να μην έχει τίποτα. Είκοσι δύο χρoνών ο Μήτσος, και είχε για συντροφιά μονάχα το όνομά του. Το πρώτο βράδυ στη φυλακή πέθανε ο διπλανός του, ένα εικοσάχρονο αγόρι, από νοθευμένη ηρωίνη που του έδωσε επίτηδες η συμμορία των φυλακών που διακινούσε τα ναρκωτικά. Έκλαψε ο Μήτσος το αγόρι σαν να έκλαιγε τον εαυτό του, και τότε η εξέγερση μέσα του γι` αυτόν τον κόσμο έπαθε ανάφλεξη. Τα έβαλε με τους μπάτσους, με τον διευθυντή των φυλακών, μαχαίρωσε τον Χολέρα, τον αρχηγό της συμμορίας, που είχε σκοτώσει το αγόρι με τη νοθευμένη. Ο διευθυντής τον στέλνει στο τρελάδικο των φυλακών και συνεννοείται με δύο ψυχιάτρους να τον εξοντώσουν. Τον κάνουν φυτό...


