Μαρτυρίες προσφυγιάς, Κατοχής, Εμφυλίου και ξενιτιάς
Περιγραφή
"Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη μαζική έλευση προσφύγων, κυρίως από το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια της Ανατολικής Ρωμυλίας, στο Ορμένιο, το νέο βιβλίο της Χρυσούλας Ιωαννίδου με τίτλο «Ορμένιο 1925-2025. Στα χώματα της μνήμης ‒ Μαρτυρίες προσφυγιάς, Κατοχής, Εμφυλίου και ξενιτιάς», το τρίτο της στη σειρά με πρωταγωνιστή τον βόρειο Έβρο, είναι μια εμπεριστατωμένη ιστορική και λαογραφική έρευνα που φωτίζει τις αθέατες πτυχές της ιστορίας του οικισμού και των κατοίκων του, από τον ξεριζωμό τους, την εγκατάστασή τους στο Ορμένιο, τις δυσκολίες επιβίωσης, το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, τη συνακόλουθη Βουλγαρική Κατοχή και τον σκληρό αδελφοκτόνο Εμφύλιο, που διέσπασε την κοινωνική και κοινοτική συνοχή, μέχρι τις προσπάθειες, μετά τη λήξη του, για την κοινωνική και οικονομική ανασυγκρότηση του οικισμού, αλλά και τη μαζική σχεδόν έξοδο, τη μετανάστευση, των Ορμενιωτών, τη δεκαετία του ’60, για δουλειά στη Γερμανία και κάποιες άλλες ακόμη ευρωπαϊκές χώρες.
Το βιβλίο αποτελεί ένα πολυδιάστατο χρονικό, που συνθέτει την ιστορία του τόπου μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό, κτηματολογικούς καταλόγους, έγγραφα, φωτογραφίες και βιωματικές μαρτυρίες.
Το βιβλίο διαιρείται σε τέσσερα μέρη, εκ των οποίων στο πρώτο, με τίτλο «Ορμένιο ν. Έβρου: Από τον ξεριζωμό στη νέα πατρίδα», καταγράφονται η πορεία κυρίως των προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια, οι διαδικασίες εγκατάστασής τους στο ελληνικό έδαφος, καθώς και η στεγαστική αποκατάσταση κάθε επιμέρους οικογένειας στο Ορμένιο με βάση τους τότε κτηματολογικούς καταλόγους.
Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο «Το Ορμένιο στα ταραγμένα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου», αποτυπώνονται με ιστορική αντικειμενικότητα οι σκληρές δοκιμασίες της Βουλγαρικής Κατοχής, οι εμφύλιες διαμάχες, η δράση των αντάρτικων ομάδων και των ΜΑΫ, καθώς και οι τραγικές ανθρώπινες απώλειες που σημάδεψαν τον οικισμό και τους κατοίκους του.
Στο τρίτο μέρος, με τίτλο «Το οικογενειακό αυτοβιογράφημα του Βασίλη Βλασακίδη», αναδεικνύονται, μέσα και από τις προσωπικές του μαρτυρίες, η κοινωνικοοικονομική ανασυγκρότηση της δεκαετίας του ’50, το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, κυρίως στη Γερμανία, αλλά και στο Βέλγιο, τα προβλήματα των μεταναστών στη χώρα φιλοξενίας, η σταδιακή τους εξοικείωση με τη νέα «πατρίδα», η οικονομική τους προκοπή, αλλά και η μεγάλη τους νοσταλγία για τον γενέθλιο τόπο και την επιστροφή στο Ορμένιο τα καλοκαίρια για διακοπές ή για κάποιους μήνες ή και οριστικά μετά τη συνταξιοδότησή τους.
Στο τέταρτο μέρος, με τίτλο «Μνήμες παιδικών χρόνων στο μεταπολεμικό Ορμένιο», φιλοξενούνται αφηγήσεις για τη ζωή των παιδιών που μεγάλωναν μακριά από τους μετανάστες γονείς τους, με τους παππούδες τους, καθώς και από την καθημερινότητα των σχολικών τους χρόνων και τον προσκοπισμό στο μεταπολεμικό Ορμένιο.
Εν κατακλείδι, το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια καταγραφή γεγονότων, αλλά έναν φόρο τιμής στους ανθρώπους που ρίζωσαν στο ακριτικό Ορμένιο, πάλεψαν με τις αντιξοότητες της ιστορίας και κράτησαν ζωντανή την πολιτισμική τους κληρονομιά.