Η Λέσχη των Αποκρυφιστών
Μετάφραση: Ντρέκου, Χριστίνα
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-340-4
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Γερμανική
Ενιαία τιμή έως 28/10/2027
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 228 σελ.
Περιγραφή

Πρωσία, Παραμονή Πρωτοχρονιάς 1865. Ο βαρόνος Βάλεντιν φον Φάλκενχαϊν οργανώνει μία μεγάλη γιορτή στο εξοχικό του κάστρο στο Μπούκοβ. Η διασκέδαση της βραδιάς περιλαμβάνει την πραγματοποίηση μίας σεάνς, στην οποία συμμετέχουν δεκατρείς από τους παρευρισκόμενους. Λίγο αργότερα, μέσα στις πρώτες ώρες της νέας χρονιάς και καθώς αποχωρεί μεθυσμένος από τη γιορτή, ο φαρμακοποιός του χωριού τραυματίζεται θανάσιμα από τις οπλές του αφηνιασμένου αλόγου του. Ο βερολινέζικος Τύπος κάνει αμέσως λόγο για κατάρα, και ο τρόμος εξαπλώνεται στην περιοχή.

Προκειμένου να διασκεδάσει τη δεισιδαιμονία, ο συγκάτοικος και συμφοιτητής του σκιτσογράφου σκηνών εγκλήματος Γιούλιους Μπέντχαϊμ στη Νομική, ο φωτογράφος Άλμπρεχτ Κρόσικ, προτείνει να ιδρύσουν για πλάκα τη Λέσχη των Αποκρυφιστών, που θα αποτελείται σκόπιμα από δεκατρία μέλη. Ωστόσο, οι δολοφονίες δύο μελών της λέσχης δίνουν σκοτεινή τροπή στην υπόθεση, και οι δυο τους εμπλέκονται σε μία νέα έρευνα. Παράλληλα, ο Γιούλιους έρχεται αντιμέτωπος με τα προσωπικά του διλήμματα, ακροβατώντας μεταξύ της αθώας αρραβωνιαστικιάς του, Φιλίν, και της μοιραίας Αντέλ, που φαίνεται να τον τυλίγει στον ιστό της σαν αράχνη.

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1865, οι καλεσμένοι συγκεντρώθηκαν για μία συνεδρία επίκλησης πνευμάτων, και κανείς τους δεν υποψιαζόταν ότι μέχρι το τέλος της νύχτας θα έρχονταν πράγματι σε επαφή με ένα πτώμα. Το σκηνικό της εορταστικής εκδήλωσης ήταν το κάστρο στο Μπούκοβ, του οποίου ο προσωρινός ένοικος, ο βαρόνος Βάλεντιν φον Φάλκενχαϊν, τους είχε προσκαλέσει σε ένα πλούσιο δείπνο ακολουθούμενο από μία σεάνς. Ο δρόμος που οδηγούσε στο διώροφο αρχοντικό είχε χώρο για να μπορούν να κάνουν αναστροφή κάρα και ταξιδιωτικές άμαξες, ήταν ελαφρώς υπερυψωμένος και έφτανε μέχρι την πύλη της εισόδου. Επάνω από μία στενή δίφυλλη πόρτα βρισκόταν ένας ημικυκλικός φεγγίτης που επέτρεπε στην αίθουσα να φωτίζεται κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Η ώρα πλησίαζε επτά το απόγευμα, όταν μία άμαξα τύπου λαντό που την έσερναν δύο άλογα έστριψε από τον κεντρικό δρόμο στο κτήμα του κάστρου. Ο νεαρός κύριος, του οποίου το πρόσωπο φαινόταν από το πλαϊνό παράθυρο, παρατηρούσε το τοπίο που ήταν λουσμένο στο φεγγαρόφως. Επάνω στους κήπους απλωνόταν χιόνι, ένα λευκό πέπλο που λαμποκοπούσε στο φως των νυχτερινών αστεριών και μετέφερε τον ταξιδιώτη της άμαξας σε έναν κόσμο παραμυθένιο. Έλατα σαν πασπαλισμένα με πούδρα περνούσαν βιαστικά δίπλα από το όχημα, ενώ οι οπλές των αλόγων σκόρπιζαν στον αέρα το φρέσκο χιόνι. Ο κήπος, με τα αυστηρά γεωμετρικά διαμορφωμένα παρτέρια του, ανέδιδε μια αίσθηση μπαρόκ. Το λαντό πήρε μία στροφή για να κατευθυνθεί προς τα πρώτα βοηθητικά κτίρια που βρίσκονταν μπροστά από το κάστρο, κι εκεί ο επιβάτης γύρισε το βλέμμα του, καθώς ο συνοδός του τού είχε απευθύνει τον λόγο, βγάζοντάς τον από τις σκέψεις του.

«Ήταν ευγενικό εκ μέρους του Γκίντεον να μας στείλει στη θέση του στην εξοχή» είπε ο ταξιδιώτης με έναν αθώο, φιλικό τόνο συζήτησης. «Δεν τη λες και εύκολη τη δουλειά του αστυνομικού επιθεωρητή: πάντα σε υπηρεσία, πάντα παρών, όταν οι άλλοι κυνηγούν τη διασκέδαση. Αχ, τι λέω, Γιούλιους! Ποιοι άλλοι; Εμείς! Εμείς είμαστε που διασκεδάζουμε, που δεν αφήνουμε γλέντι για γλέντι».

Ένα απαλό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Γιούλιους Μπέντχαϊμ στο άκουσμα των λόγων του φίλου του. Είχαν ξεκινήσει από το Βερολίνο αργά το ίδιο απόγευμα οι δύο συμφοιτητές που κατοικούσαν κοντά στο Πανεπιστήμιο Φρίντριχ Βίλχελμ στο σπίτι μιας χήρας αξιωματικού. Ο Άλμπρεχτ Κρόσικ ήταν ο μεγαλύτερος από τους δύο και είχε πείσει τον συμφοιτητή του να κάνουν ένα ταξίδι στην εξοχή. Η πρόταση να γιορτάσουν την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο Μέρκισε Σβάιτς είχε γίνει από τον Γκίντεον Χόρλιτς, έναν επιθεωρητή της πρωσικής χωροφυλακής, με τον οποίο οι δύο φοιτητές νομικής ήταν φίλοι.

«Στην πραγματικότητα, είμαστε προσκεκλημένοι εγώ και η σύζυγός μου» είχε εξηγήσει ο Χόρλιτς όταν ο Άλμπρεχτ τον συνάντησε τυχαία στο πρώην παλάτι του στρατάρχη φον Γκρούμπκοφ στο Μόλκενμαρκτ. «Αλλά εγώ έχω υπηρεσία και η Κλάρα μου δεν θέλει να ταξιδέψει μόνη της».

«Και ο οικοδεσπότης είναι ενήμερος για αυτή την αλλαγή;»

«Μπορώ να του στείλω ένα μήνυμα αν θέλετε. Δεν θα έχει αντίρρηση, Άλμπρεχτ. Θα πάτε συστημένος από εμένα».

«Τιμή μου. Αλλά δεν θα είμαστε κάπως παράταιροι;»

«Ποιοι;»

«Με συγχωρείτε. Είναι αυτονόητο ότι θα πάρω μαζί και τον Γιούλιους. Ο καημένος πρέπει επιτέλους να ξεφύγει λίγο. Είναι αφόρητος από τότε που εξαφανίστηκε η κοπέλα του. Όλη αυτή η μιζέρια, επιθεωρητά. Είναι σκέτος θρήνος».

Ο Χόρλιτς τον χτύπησε ευγενικά στον ώμο.

«Ναι, πάρτε τον μαζί, εξαιρετική ιδέα…»

Από τον σιδηροδρομικό σταθμό της πλατείας Κίρστιν οι φοιτητές ταξίδεψαν ανατολικά, παίρνοντας τη γραμμή που αργότερα θα συνέδεε το Κένιγκσμπεργκ με την πρωτεύουσα. Λίγο πριν το Στράουσμπεργκ, όπου τελείωνε το σιδηροδρομικό δίκτυο, αποβιβάστηκαν και κάλεσαν μια άμαξα. Οι ρόδες της έτριζαν επάνω στο φρέσκο χιόνι, και στο αμυδρό φως ενός φαναριού ο Άλμπρεχτ Κρόσικ παρατηρούσε τον φίλο του.

Ο Γιούλιους Μπέντχαϊμ θα γιόρταζε σύντομα τα εικοστά γενέθλιά του. Είχε χτενίσει τα καστανά μαλλιά του με πομάδα, κάτι που τον εμπόδιζε να φορέσει καπέλο, αλλά τόνιζε το περίγραμμα του προσώπου του, και κυρίως την ελαφρώς μελαγχολική λάμψη στα μάτια του, προσδίδοντάς του ιδιαίτερη κομψότητα και ελκυστικότητα. Ο Άλμπρεχτ ήταν μόνο λίγο ψηλότερος από τον φίλο του, κάπως πιο αδύνατος και με χαρούμενη διάθεση, την οποία σοφά είχε φροντίσει να αποκρύψει εκείνη την ημέρα.

Ένα κτίριο εμφανίστηκε μπροστά τους: ένας ξύλινος αχυρώνας με στέγαστρο για κάρο και αποθηκευτικό χώρο για δεμάτια σιτηρών. Λίγο αργότερα, ο αμαξάς τούς ενημέρωσε από τον σωλήνα ομιλίας ότι σύντομα θα έφταναν στο κάστρο του Μπούκοβ.

Η άμαξα επιβράδυνε, μέχρι που τελικά σταμάτησε σε έναν προαύλιο χώρο φωτισμένο από δάδες και λάμπες αερίου. Ο Μπέντχαϊμ άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω του, είδε περισσότερες άμαξες – αρκετές απλές, αλλά και μία βερολινέζικη υπέροχα διακοσμημένη, με οικόσημο στο αμάξωμα. Δίπλα της στεκόταν ένας υπηρέτης που προσπαθούσε να χαλιναγωγήσει ένα αναστατωμένο άλογο. Ο φοιτητής παρακολουθούσε όσα συνέβαιναν, μέχρι που η προσοχή του έπεσε σε δύο υπηρέτες τυλιγμένους σε χοντρά παλτό που τους πλησίαζαν. Ενώ ο ένας έδινε οδηγίες στον αμαξά για το πού να σταθμεύσει, ο άλλος χαιρέτησε τους δύο νεοφερμένους.

«Παρακαλώ, κύριοι, ακολουθήστε με» είπε. «Ο βαρόνος σάς περιμένει».

Ο Μπέντχαϊμ ψιθύρισε στον Άλμπρεχτ: «Δεν θυμάμαι να είπες κάτι για βαρόνο όταν με προσκάλεσες».

«Βαρόνος Βάλεντιν φον Φάλκενχαϊν. Δεν φαντάστηκα ότι είχε σημασία».

«Δεν φαντάστηκες ότι είχε σημασία;» σφύριξε μέσα από τα δόντια του. «Πώς προσφωνείς έναν βαρόνο; Θα έπρεπε να ξέρουμε τέτοια πράγματα».

«“Αυτού εξοχότης”. Ή απλώς “κύριε φον Φάλκενχαϊν”. Μην ανησυχείς, Γιούλιους, το βράδυ θα είναι υπέροχο. Θα είναι και άλλοι φίλοι μας εκεί. Δεν θα βρισκόμαστε αποκλειστικά ανάμεσα σε ξένους».

Ο Μπέντχαϊμ πήρε μία βαθιά ανάσα καθώς τον οδηγούσαν στο κτίριο.

Στο επάνω μέρος της αίθουσας στην οποία μπήκαν, και το οποίο ήταν προσβάσιμο μόνο από μία καμπυλωτή σκάλα, υπήρχε μία πινακοθήκη με πορτρέτα μελών των κομητών Φλέμινγκ της Πομερανίας. Ανάμεσα στους πίνακες συγκαταλεγόταν και το οικογενειακό τους οικόσημο: ένας λύκος που πηδούσε, με κόκκινη γλώσσα και κόκκινα πέλματα. Ο υπηρέτης έδειξε προς τα δεξιά, όπου απλά καρφιά προεξείχαν από τον τοίχο και επάνω τους ήταν στερεωμένες κρεμάστρες για παλτό. Τα ράφια ενός ανοιχτού και χωρίς πόρτες ντουλαπιού χρησίμευαν ως γκαρνταρόμπα για καπέλα.


Add: 2026-04-28 10:15:19 - Upd: 2026-04-28 10:15:19