Κοίτα από το παράθυρο
Μετάφραση: Ούνουκ, Λάρα
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-302-2
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Σλοβενική
Ενιαία τιμή έως 19/8/2027
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 240 σελ.
Περιγραφή

Σε ένα ήσυχο χωριό της Σλοβενίας, ένα αγόρι ζει απομονωμένο εξαιτίας της νοητικής αναπηρίας που το καθιστά διαφορετικό στα μάτια των άλλων – αλλά όχι λιγότερο ευαίσθητο. Η καθημερινότητά του αλλάζει όταν στη ζωή του έρχεται ο Γουρουνούλης, ο παράδοξος πλην μοναδικός φίλος του, για να ανατραπεί ξανά στα δέκατα πέμπτα γενέθλιά του, την ημέρα που οι γονείς του τού κάνουν το πιο τραγικά καλοπροαίρετο «δώρο», σηματοδοτώντας την αρχή μιας προσωπικής επανάστασης.

Στην πιο σκοτεινή ώρα του, ο δρόμος του διασταυρώνεται με του Αχμέτ, ενός νεαρού Σύριου πρόσφυγα που έχει μία συγκεκριμένη αποστολή. Οι δύο νέοι, φαινομενικά ξένοι μεταξύ τους, ξεκινούν ένα ταξίδι μέσα από την Ευρώπη, το οποίο μετατρέπεται σε μία βαθιά εξερεύνηση της φιλίας, της αποδοχής, της ενσυναίσθησης και της συγχώρεσης, σε έναν κόσμο διχασμένο από φόβους και προκαταλήψεις.

Κοίτα από το παράθυρο.

Στύλωσε τα μάτια σου κάτω από την κόμη της πλησιέστερης μηλιάς.

Βλέπεις τον άντρα που ακουμπάει στον κορμό της;

Όχι; Κόλλα το πρόσωπό σου στο τζάμι.

Τώρα πια τον βλέπεις. Ακουμπάει στο δέντρο και κοιτάζει προς το σπίτι. Από τη στάση του σώματός του καταλαβαίνεις ότι έχει έρθει με σκοπό.

Ξημερώνει, αλλά το φως είναι ακόμη αμυδρό, γι’ αυτό δεν μπορείς να διακρίνεις τα χαρακτηριστικά του. Ο μπαμπάς και η μαμά είναι κάτω, στην κρεβατοκάμαρα· τις Κυριακές τούς αρέσει να κοιμούνται μέχρι αργά.

Ποιος μπορεί να είναι τόσο πρωί;

Ίσως κάποιος πρόσφυγας που διέσχισε κολυμπώντας τον ποταμό Κούπα;

Εξαιρετικά απίθανο. Οι πρόσφυγες πλησιάζουν το σπίτι σε ομάδες. Ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά. Παρακαλάνε για φαΐ, παρακαλάνε για νερό.

Είναι διαφορετικοί από τον άντρα που στέκεται κάτω από το δέντρο.

Όταν οι πρόσφυγες μαθαίνουν πως ο στενός δρόμος που περνάει από το σπίτι συνεχίζεται μόνο για διακόσια μέτρα ακόμα και μετά στενεύει σε ένα μονοπάτι που στρίβει στο δάσος, όπου παραμονεύουν οι αρκούδες, γυρίζουν και φεύγουν προς τα πίσω.

Στη διαδρομή κατά μήκος του Κούπα θα τους μαζέψει αργά ή γρήγορα κάποιο περιπολικό της αστυνομίας.

Όχι, ο άντρας που ακουμπάει στον κορμό του δέντρου δεν είναι πρόσφυγας.

Μάλλον περιμένει να ανάψει το φως στο σπίτι, που θα έδειχνε ότι κάποιος σηκώθηκε. Από όλα τα ενδεχόμενα, αυτό σου φαίνεται το πιο πιθανό. Ο μπαμπάς και η μαμά δεν έχουν πολλούς γνωστούς –και έχουν ακόμα λιγότερους φίλους–, αλλά σίγουρα κάτω από τη μηλιά στέκεται κάποιος που γνωρίζουν. 

Αλλά για ποιον λόγο ήρθε ξημερώματα Κυριακής;

Ο κόσμος συνήθως έρχεται για επίσκεψη κατά το μεσημέρι –ειδικά τις Κυριακές–, μπορεί και το απόγευμα, μπορεί το βράδυ. Ποτέ όμως τα άγρια χαράματα. Η μορφή που στέκεται κάτω από τη μηλιά, αόριστη και ακίνητη, σε γεμίζει τρόμο.

Νιώθεις πως χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Πως η καρδιά σου έφυγε από τη θέση της, έπεσε στο στομάχι σου, και εκεί χοροπηδάει αντί να χτυπάει όπως συνήθως.

Ανάλαβε δράση.

Κατέβα τις σκάλες, χτύπα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, ξύπνα τον μπαμπά και τη μαμά και πες τους ότι ένας άγνωστος παρατηρεί το σπίτι. Μόνο αυτοί θα ξέρουν τι να κάνουν.

Έχεις μισοαποφασίσει να το κάνεις.

Αλλά εκείνη τη στιγμή ο άντρας κουνιέται και αρχίζει να πλησιάζει το σπίτι. Καταλαβαίνεις ότι πηγαίνει προς την πόρτα. 

Από στιγμή σε στιγμή θα χτυπήσει το κουδούνι.

Θα του ανοίξεις; Ή θα ξυπνήσεις τον μπαμπά και τη μαμά σου;

Ποτέ δεν τους άρεσε τα κυριακάτικα πρωινά να τους σηκώνεις από το κρεβάτι με φασαρία. Συνήθως ανοίγοντας την τηλεόραση, για να μετρήσεις τα πτώματα στις αστυνομικές σειρές και στις πολεμικές ταινίες, χωρίς να χαμηλώσεις τον ήχο. Αλλά δεν μπορούσες να χαμηλώσεις τον ήχο πριν ανοίξεις την τηλεόραση. Και αν το προηγούμενο βράδυ την είχε κλείσει η μαμά, που ήταν βαρήκοη και την έβαζε πάντα στο σαράντα τρία, δεν μπορούσες να αποφύγεις τον εκκωφαντικό ήχο.

Φυσικά, τον χαμήλωνες αμέσως, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν ήδη αργά.

Η μαμά σου σε μάλωνε.

Ο μπαμπάς δεν έλεγε ποτέ τίποτα.

Κοίτα από το παράθυρο.

Ο άντρας πλησιάζει, σε λίγο θα σταθεί στο κατώφλι.

Τώρα παρατηρείς το πρόσωπό του. Επίμηκες, με μεγάλη μύτη και μάτια χωρίς φρύδια, ψηλό μέτωπο, όχι εντελώς φαλακρός, με μικρές τούφες μαλλιών σκορπισμένες εδώ και εκεί στο κρανίο του.

Πώς θα χαρακτήριζες το πρόσωπό του;

Σκληρό; Ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνεις την πραγματική σημασία της λέξης, η μάνα σου τη χρησιμοποιεί συχνά όταν περνάει από δίπλα σου ενώ εσύ παρακολουθείς κάποια ταινία με ανθρώπους που αλληλοσκοτώνονται και σχεδόν όλοι καταλήγουν νεκροί.

«Πώς αντέχεις να βλέπεις τέτοιες ταινίες κάθε μέρα;» λέει.

Και προσθέτει: «Κοίτα τον τι σκληρό πρόσωπο που έχει».

Ο μπαμπάς είναι πιο λιγομίλητος. Όσο εσύ βλέπεις ταινίες στην τηλεόραση, αυτός προτιμάει να διαβάζει εφημερίδα ή βιβλίο.

Μόνο μία φορά παρατήρησε: «Μέχρι στιγμής, στην τηλεόραση έχουν πεθάνει δέκα φορές περισσότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι σε όλους τους πολέμους από καταβολής κόσμου».

«Ό,τι πεις εσύ» είπε η μητέρα σου κάνοντας μια γκριμάτσα. «Εσύ που τα ξέρεις όλα και δεν αντέχεις να ξέρουν και οι άλλοι κατιτίς».

Τα λόγια της μαμάς σού φάνηκαν σκληρά. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκες ότι ίσως καταλάβαινες τη σημασία της λέξης.

Και τώρα, όταν βλέπεις το πρόσωπο του ανθρώπου που σύντομα θα βρεθεί στο κατώφλι σου και θα πατήσει το κουδούνι, δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Νιώθεις πολύ μπερδεμένος.

Μήπως πρέπει να χιμήξεις από τα σκαλιά στην κρεβατοκάμαρα κάτω και να ξυπνήσεις τον μπαμπά και τη μαμά και να τους αφήσεις να αποφασίσουν σχετικά με τον επισκέπτη; Ή μήπως καλύτερα να αφήσεις την ευθύνη στον ξένο; Ας ξυπνήσει αυτός τον πατέρα και τη μητέρα σου, πατώντας το κουδούνι.

Δεν μπορείς να αποφασίσεις. Όπως πάντα.

Η λήψη αποφάσεων είναι για σένα το πιο δύσκολο πράγμα. Από πάντα. Αισθάνεσαι για άλλη μία φορά σαν να είσαι καρφωμένος στο έδαφος και δεν μπορείς να κουνηθείς.

Περιμένεις ο άγνωστος επισκέπτης να χτυπήσει το κουδούνι.

Μάταια. Τι συμβαίνει; Μήπως από τη μία μέρα στην άλλη το κουδούνι χάλασε; Ή μήπως ο άγνωστος δεν ήρθε για επίσκεψη και απλώς περνούσε; Ίσως πήγαινε στους γείτονες; Ή μήπως ήταν απλώς ένας παράξενος που πήγε βόλτα σε ασυνήθιστη ώρα;

Αυτό θα ’ναι, σκέφτεσαι.

Διαφορετικά, θα είχε ήδη χτυπήσει το κουδούνι.

Νιώθεις ανακούφιση.

Τότε όμως ακούγεται ένας ήχος που μοιάζει σαν να ανοίγει η εξώπορτα. Μπήκε ο ξένος στο σπίτι επειδή η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη; Συνήθως την κλειδώνει η μαμά πριν πάει για ύπνο. Αλλά υπάρχουν βράδια που σου λέει να την κλειδώσεις εσύ, αφού πάψεις να βλέπεις τηλεόραση και πας για ύπνο.

Έτσι έγινε και χθες το βράδυ;

Έχεις προβλήματα μνήμης. Μερικές φορές θυμάσαι πολλά πράγματα, ειδικά γεγονότα που συνέβησαν πολύ παλιά, άλλες φορές δυσκολεύεσαι να θυμηθείς πράγματα που έγιναν πριν από λίγες μέρες.

Ξέχασες άραγε να κλειδώσεις την εξώπορτα;

Ούτως ή άλλως, δεν έχει πια σημασία.

Ο ξένος μπήκε.


Add: 2026-02-19 09:55:59 - Upd: 2026-02-19 09:55:59