Οι Ελεφθερωτές
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-308-4
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 19/8/2027
€ 16.96 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 492 σελ.
Περιγραφή

Η ιστορία δύο αντρών, του Ιορδάνη και του Λίνου, δεμένων με ένα μυστικό που γεννήθηκε στην εφηβεία.

Ο Αιμίλιος, όπως λεγόταν τότε ο Ιορδάνης, δημιουργώντας έναν δεύτερο εαυτό, τον Μπίλη, για να αντέξει όσα δεν χωρούν στην επίσημη ζωή του, αποκαλύπτει με συγκλονιστική καθαρότητα την ψυχική του άβυσσο. Οι συγκρούσεις με το καθεστώς της εκπαίδευσης θα είναι σφοδρές και, όταν η ιδιότυπη σχέση τους αποκαλυφθεί, οι δύο χαρακτήρες θα χαθούν οριστικά.

Χρόνια αργότερα, θα συναντηθούν ξανά, χωρίς να γνωρίζουν πως υπήρξαν κάποτε ένα, ο Ιορδάνης και ο Λίνος.

Με το ιδιαίτερο στιλ γραφής του, ο Γιώργος Σπανουδάκης υφαίνει ένα μυθιστόρημα όπου η φαντασία και ο ρεαλισμός συνυπάρχουν σε εύθραυστη ισορροπία. Οι χαρακτήρες του κινούνται ανάμεσα στο βάρος του παρελθόντος και το όραμα της Μεταπολίτευσης, κουβαλώντας μέσα τους τη διαλεκτική των παθών, τη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό θα ήθελαν να γίνουν.

Πώς λέγεσαι;

Λέγεσαι πώς;

Πώς σε βάφτισε ο κερατάς που σε βάφτισε.

Όνομα και επίθετο, το μικρό σου και το μεγάλο σου, το μικρό σου μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το μεγάλο σου, το μεγάλο σου μικρότερο από το μικρό σου. Πώς λέγαν τον προπάτορά σου τον τιμημένο, το μακαρίτη, έτσι και σένα, μπορεί, μπορεί και όχι. Αν είσαι το πρώτο παιδί, τότε μάλλον του παππού σου το όνομα, μπορεί, μπορεί και όχι, αν είσαι το δεύτερο παιδί, τότε του άλλου σου παππού, μπορεί, μπορεί και όχι, δύο παππούδες όλοι, δύο, νόμος της φύσης, δύο παππούδες και έναν πατέρα. Δύο παππούδες, ένας πατέρας, ένας γιος. Και άλλος γιος. Και άλλος. Μπορεί, μπορεί και όχι. Ποτέ δε φώναξες τον πατέρα σου το βράδυ, όταν πόναγε το αυτί σου, μαμά ξέρεις να φωνάζεις, μαμά, μαμά, μαμά. Γιατί όχι, μητέρα; Μάθε το μήτηρ. Ξέρεις το πάτερ.

Πάτερ ημών.

«Έχεις μάνα; Λέγε».

«Έχω».

«Δυνατά, αγόρι. Λέγε να ακούω, να ακούν όλοι».

«Έχω».

«Έχεις. Γράψε για τη μάνα σου. Κάτι. Μια έκθεση. Ιδεών. Όχι. Αισθημάτων. Νοημάτων. Τι σημαίνει».

«Λέγε, τι σημαίνει».

«Τι σημαίνει;»

«Λέγε, τι σημαίνει. Δε σημαίνει τίποτα για σένα, αγόρι; Μικρή λέξη. Λέγε».

«Μικρή λέξη».

«Μα με τεράστιο νόημα».

«Λέγε, αγόρι».

«Με τεράστιο νόημα».

«Ολόκληρη τη φράση. Από την αρχή».

«Μάνα, μικρή λέξη μα, με τεράστιο νόημα».

«Γράψ’ το με κόκκινο».

«Κύριε, απαγορεύεται να γράφουμε με κόκκινο».

«Γράφ’ το. Εξαίρεση μόνο για τη μάνα. Μία είναι. Γράφε. “Μάννα”. Τελεία. Υπογράμμισέ το. Με χάρακα. Άλλη μια φορά, διπλή υπογράμμιση. Βάλε τη λέξη σε εισαγωγικά και θαυμαστικό στο τέλος. Λοιπόν. Η γιορτή της μητέρας. Της αγοράζεις λουλούδια στη γιορτή της; Της αγοράζεις;»

«…»

«Δεν ακούω, αγόρι, δυνατά μίλα».

«Όχι».

«Είπες όχι; Είπες όχι. Ακούσατε όλοι, είπε όχι. Ξαναπές».

Δε μιλούσε. Γιατί να μιλήσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει, δε γινόταν να ξαναπεί. Όχι. Αν το έλεγε και άλλη μια και άλλη μια, τρεις φορές, τρία όχι, κάτι θα σήμαινε, κάποιος πετεινός ίσως να λαλούσε και αυτό θα ήταν κακό, να άκουγε τον πετεινό μετά τρεις αρνήσεις, σίγουρα θα ξέσπαγε σε κλάματα.

Σύνθημα: όχι, όχι, όχι.

Παρασύνθημα: κικιρίκου.

Μικρή λέξη η μάνα. Η μητέρα, μεγαλύτερη. Μεγαλύτερο, άραγε, το νόημα; Ο λόγος της λέξης προς το νόημα. Ο λόγος. Άργησε πολύ να καταλάβει τι θα πει λόγος, τι ρητός και τι άρρητος. Να μην καταλαβαίνεις και να μη ρωτάς. Άρρητος λόγος. Σχήμα οξύμωρο. Λουλούδια στη γιορτή της μητέρας, ποτέ. Δεν τα κατάφερε.

Γιατί όχι;

Είθε να μην είχε λογική ο κόσμος. Να ήταν όλα έτσι, γιατί έτσι. Χωρίς γιατί. Όμως υπήρχε γιατί. Το ήξερε και το έκρυβε επιμελώς. Το ήξερε και ντρεπόταν. Αν δεν ήξερε, δε θα ντρεπόταν για τίποτα. Ήξερε. Διότι ντρεπόταν να πάει σε λουλουδάδικο. Γιατί ντρεπόταν; Οι ένοχοι ντρέπονται. Οι πρωτόπλαστοι που φάγαν τον απαγορευμένο καρπό. Να ξέρεις, το καλό και το κακό σημαίνει να ντρέπεσαι, γιατί πράττεις το κακό, γιατί το κακό σε βάζει σε πειρασμό, ότι είναι ελκυστικό σα ρόγα μαστού.

Πρέπει να μιλήσεις. Γιατί ξέρεις το λόγο. Πόσο θα πονέσεις ακόμα, πόσο θα βαστάξεις.

«Γιατί όχι λουλούδια στη γιορτή της μητέρας, αγόρι; Γιατί όχι;»

«Ντρέπομαι τα λουλουδάδικα».

«Ανθοπωλεία λέγονται, αγόρι».

«Τα ανθοπωλεία. Δεν μπορώ να πηγαίνω».

«Γιατί;»

«Ντρέπομαι».

«Ντρέπεσαι, το είπες, ωστόσο γιατί; Ακατανόητο να ντρέπεσαι να πας σε ανθοπωλείο. Δεν είσαι φυσιολογικός άνθρωπος μάλλον. Ντρέπονται οι ένοχοι, οι αμαρτωλοί. Τι είναι στα ανθοπωλεία; Λουλούδια, τι άλλο; Να ντρέπεσαι τα λουλούδια, τι θα σου κάνουν τα λουλούδια; Τα άνθη;»

«Τον ανθοπώλη ντρέπομαι…»

«Μα, μπήκες ποτέ σε ανθοπωλείο;»

«Πήγα μια φορά και είχε κόσμο πολύ μέσα. Γιατί ήταν η γιορτή της μητέρας. Και στεκόμουν πολλή ώρα και δε μου δίναν σημασία και έφυγα».

«Στεκόσουν σαν κούτσουρο. Γιατί δε μιλούσες, αγόρι;»

«Δε με ρώτησε κανείς».

«Τι να σε ρωτήσει».

«Τι θέλω».

«Λουλούδια ήθελες, τι ήθελες, παστές σαρδέλες; Έπρεπε να πεις: “Συγνώμη, θα μπορούσατε να με εξυπηρετήσετε;” Είχαν δουλειά οι άνθρωποι, άμα στεκόσουν στη γωνία ούτε που θα σε πρόσεξαν μέσα σε τόσο κόσμο, έπρεπε να πεις συγνώμη. Γιατί δεν είπες; Ντρεπόσουν. Και η ντροπή υπερίσχυσε της αγάπης για τη μάννα».

Θυμήσου. Αφηγήσου.

Κανείς δε μου έδινε σημασία. Είχε κόσμο πολύ. Μπαίναν, αγοράζαν, φεύγαν, μπαίναν άλλοι, διαλέγαν, πληρώναν, τα παίρναν, τις ανθοδέσμες τους, και φεύγαν. Εγώ στεκόμουν παράμερα, κανείς δε με ρωτούσε εμένα τι ήθελα και αφού πέρασε κάμποση ώρα, και κανένας δε μου έδινε σημασία, έφυγα και είπα πως δεν ξαναπάω σε ανθοπωλείο και ανάθεμα την ώρα. Δεν ήξερα από λουλούδια. Ήθελα λουλούδια όμως. Δεν ήξερα τι ήθελα, τα ονόματά τους, μόνο να δείχνω, θέλω αυτό και αυτό και κείνο όμως όλα μου φαίνονταν όμορφα, ότι άσχημο λουλούδι δεν υπάρχει. Αλλά δεν ήξερα και πόσο έκανε το καθένα, δεν ήξερα αν μου φτάναν τα λεφτά, και μάλλον δε μου φτάναν, γιατί μπήκε ένας πιτσιρικάς σαν εμένα, μπορεί και  μικρότερος, όμως εκείνος είχε πολύ σοβαρό ύφος και έδειξε κάτι γλαδιόλες, τότε δεν ήξερα τις γλαδιόλες, και ρώτησε με θάρρος πόσο κάνουν, και του είπαν ένα δεκάρικο η μία, και κείνος είπε: «Θέλω τέσσερις», και του φτιάξαν μια ωραία ανθοδέσμη και του βάλαν και φτέρη και φαινόταν πλουσιότερη, και έδωσε εκείνος σαράντα όμως εγώ είχα δεν είχα ένα εικοσπενταράκι μαζί μου, και σε κάτι πανάθλια ψιλά, ενώ εκείνος είχε τέσσερα ολόκληρα δεκάρικα…


Add: 2026-02-19 09:33:49 - Upd: 2026-02-19 09:33:49