Η Πολυθρόνα
Θύμα ή θύτης;
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-298-8
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 1/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 28/7/2027
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 220 σελ.
Περιγραφή

Ένας άνθρωπος καταλήγει απάνθρωπος μόνο και μόνο από αντίδραση. Ένας άνθρωπος που κουβαλά μέσα του την καταπίεση των παιδικών του χρόνων. Ένας άνθρωπος που ποτέ δεν έχει νιώσει χαρά, που ποτέ δεν επέτρεψε στα συναισθήματά του να εκδηλωθούν, μεταμορφώνεται σε τέρας. Οι πληγές, οι φόβοι και τα απωθημένα χορεύουν μέσα του. Κι εκείνος, για να επουλώσει το τραύμα, κάθεται αναπαυτικά στην αγαπημένη του μοναδική πολυθρόνα και ξεσπά ανελέητα στα θύματά του.

Μπορεί θύτης και θύμα να συνυπάρξουν στο ίδιο σώμα; Για πόσο είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να αντέξει και τους δύο ρόλους;

Η Μαρία Σταυροπούλου γράφει ένα μυθιστόρημα–ψυχογράφημα όπου οι ενοχές, οι εφιάλτες και οι εσωτερικοί δαίμονες συμπλέκονται με την πραγματικότητα. Μια καταβύθιση στις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης· θα καταφέρει άραγε ο ήρωας να φτάσει στη λύτρωση;

Στέκεσαι στην άκρη του δρόμου και παρατηρείς τους περαστικούς. Περπατάνε με βήμα ταχύ οι περισσότεροι. Περπατάνε σκυφτοί και συνοφρυωμένοι – συνήθως. Υπάρχουν και κάποιοι που βαδίζουν χαρωπά έχοντας στο πλάι τους το ταίρι τους ή κάποιον άλλον άνθρωπο ή απλώς τον εαυτό τους. Προσπαθείς να καταλάβεις ποιοι απ’ αυτούς είναι πραγματικά ευτυχισμένοι. Δεν έχει νόημα. Κουράζεσαι και φεύγεις.

Περπατάς προς το διπλανό πάρκο αδιαφορώντας πλέον για τους περαστικούς. Περπατάς μοναχός, με το κεφάλι φωλιασμένο ανάμεσα στους ώμους σου. Το μακρύ μαύρο σου παλτό, κουμπωμένο ερμητικά, κρύβει το σώμα σου, κρύβει τις πληγές σου. Έχεις σηκώσει τον γιακά του έτσι ώστε να κρύβεσαι από τους γύρω σου. Ο γιακάς, ένας τεχνητός υφασμάτινος τοίχος υψίστης ασφαλείας. Κάθεσαι σ’ ένα μοναχικό παγκάκι, μακριά από τα βλέμματα των περαστικών. Όλοι περαστικοί είμαστε, σκέφτεσαι. Περαστικά σώματα γεμάτα πληγές, αόρατες αλλά συνάμα ορατές στον εαυτό μας. Ένα σύνολο μοναχικών πληγών σ’ ένα μοναχικό παγκάκι, αυτό είσαι ετούτη την ώρα.

Είναι φθινόπωρο και τα καφετιά φύλλα των δέντρων έχουν στολίσει περίτρανα το πάρκο. Τα παρατηρείς προσεχτικά, σου αρέσουν, μοιάζουν με σπάνια κοσμήματα. Κάποια αποτελούν ακόμη συντροφιά στα κλαδιά των δέντρων και κάποια άλλα είναι πεσμένα στο έδαφος και αποδημούν παρασυρόμενα από τον άνεμο. Άραγε τα φύλλα πονάνε, όταν πατάνε πάνω τους οι άνθρωποι; Μπορεί και να φωνάζουν βοήθεια ψιθυριστά, ποιος ξέρει. Μια συστάδα δέντρων στέκει θλιμμένη στο ίδιο σημείο αιώνες τώρα. Τα δέντρα είναι γυμνά και απροστάτευτα στον επερχόμενο χειμώνα. Τόσο γυμνά που μπορείς να μετρήσεις τις πληγές τους. Το φθινόπωρο φροντίζει να τα γδύνει αργά και στοργικά. Έρμα δέντρα, σκέφτεσαι, τι φταίτε κι εσείς; Μα όλη η φύση βασανίζεται; Απάντηση καμιά. Πιάνει κρύο και φεύγεις.

Περπατάς κατά μήκος του ποταμού – μικρός, αλλά είναι ποταμός, μπορεί να σε πνίξει στα νερά του. Στην άκρη του βρίσκεται το σπίτι σου. Ένα ζεστό, μικρό, ανήλιαγο κατά το ήμισυ, διαμέρισμα των λίγων τετραγωνικών. Το ποτάμι ρέει τόσο νωχελικά που δεν ακούγεται το παραμικρό. Αν δεν κοιτάξεις αριστερά σου, δεν καταλαβαίνεις την ύπαρξή του. Στέκεσαι και το κοιτάζεις. Στις όχθες του υπάρχουν δέντρα και παγκάκια για τα ερωτευμένα ζευγάρια ή τους μοναχικούς τύπους. «Έρμο ποτάμι, τι σου έμελλε να πάθεις» μονολογείς. «Ρέεις έτσι μόνο σου, χωρίς ταίρι, περιορισμένο ανάμεσα σε δύο όχθες από τις οποίες δεν μπορείς να ξεφύγεις ποτέ». Βαριέσαι να το κοιτάζεις και φεύγεις.

Περπατάς λίγο ακόμη, στο πλακόστρωτο πλέον δρομάκι, και βρίσκεσαι επιτέλους μέσα στη ζεστασιά της κάμαράς σου, στη ζεστασιά της μοναξιάς σου. Βγάζεις το μαύρο σου μακρύ παλτό, το κρεμάς προσεχτικά στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα και αφήνεσαι ανήμπορος στην αγκαλιά της αγαπημένης μα και συνάμα μοναδικής σου πολυθρόνας. Νιώθεις νοσταλγία μέσα στην αγκαλιά της. Σου θυμίζει ανθρώπινες αγκαλιές που σε έκαναν να νιώσεις όμορφα. Όχι τόσο όμορφα προφανώς, από τη στιγμή που δεν είσαι πια μαζί τους. «Πρόσκαιρη ομορφιά» μονολογείς και κουνάς σκεπτικός το κεφάλι.

Η μοναδική σου πολυθρόνα έχει κάτι το αριστοκρατικό. Την είχες αγοράσει πριν από αρκετά χρόνια από ένα υπαίθριο παζάρι ανεπιθύμητων αντικειμένων. Οι άνθρωποι, αντί να αλλάξουν τον εαυτό τους, αλλάζουν έπιπλα, λες κι αυτά είναι που καθορίζουν τη διάθεσή τους και τη μοίρα τους. Έρμα έπιπλα, χειρότερα και από νομάδες έχετε καταντήσει. Καταλήγετε στα σκουπίδια, στα αζήτητα, σε ξένα σπίτια. Ικανοποιείτε τις πρόσκαιρες επιθυμίες και ανάγκες των αφεντικών σας, που στην αρχή σας θαυμάζουν και σας επιδεικνύουν και μετά σας πετάνε στον δρόμο. Αδέσποτα έπιπλα. 

Δεν πειράζει όμως, όσον αφορά τη συγκεκριμένη πολυθρόνα, την αγάπησες από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισες –ξέρεις, έρωτας με την πρώτη ματιά που λένε– και τη φροντίζεις δεόντως. Συγκαταλέγεται στα λεγόμενα βαριά έπιπλα η αγαπημένη σου. Ξύλινη στα μπράτσα της, με ψηλή άνετη πλάτη και καλυμμένη με ένα μπορντό βελούδινο ύφασμα. Ένα μπορντό βελούδινο ύφασμα το οποίο έχει φθαρεί από τις καθημερινές σου πολύωρες επισκέψεις. Μοιάζει με κυρία των τιμών που στολίστηκε για να πάει σε δεξίωση. Νιώθεις ξεχωριστός μέσα της, επιβλητικός, αριστοκρατικός.

Αρχίζεις να αγγίζεις στοργικά το κορμί σου, ψάχνεις τις πληγές σου. Μοναχικές πληγές, όχι επειδή τις αγγίζεις μοναχός, αλλά επειδή είναι μοναχικές, τόσο απλά. Κάθε μέρα τις αγγίζεις ελπίζοντας στην επούλωσή τους. Η αλήθεια είναι ότι δεν τις έχεις μετρήσει ποτέ, το αρνείσαι  πεισματικά. Ξέρεις όμως ότι είναι εδώ, εδώ και εδώ, α ναι κι εδώ, ξέχασα κι αυτήν εδώ και εδώ… και τελειωμό δεν έχουν. Τις αγγίζεις, αλλά ούτε κι εσύ τις ξέρεις όλες, είναι τόσο μικροσκοπικές κάποιες, σχεδόν αόρατες.  Απογραφή κατοίκων γίνεται. Πληγών; Όχι τότε, όχι τώρα, όχι δεν θα…

Δεν ξέρεις τις πληγές σου ή φοβάσαι να τις δεις, να τις αντιμετωπίσεις; Ξέρεις, όπως και κάθε δυσκολία που εμφανίζεται στον δρόμο σου και την κλοτσάς νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο εξανεμίστηκε. Βουνό οι δυσκολίες, βουνό οι πληγές σου, βουνό η μοναξιά σου, αλλά εσύ εκεί, στην αγκαλιά της αγαπημένης σου μοναδικής πολυθρόνας. Εκεί, να κρύβεσαι από την πραγματικότητα, να ξεχνιέσαι στην ουσία, γιατί, και να θέλεις να κρυφτείς, δεν μπορείς, σ’ το θυμίζουν οι πληγές σου.

Πρώτη μεγάλη πληγή η γέννησή σου. Αυθαίρετα ήρθες σε αυτόν τον κόσμο, αυθαίρετα σου έδωσαν το όνομά σου, αυθαίρετα ζεις, αυθαίρετα θα πεθάνεις. Τόση δυσβάστακτη αυθαιρεσία πού να χωρέσει; Σκέφτεσαι ότι χωράει σ’ ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι από πανάκριβο άρωμα. Ακριβή η αυθαιρεσία, ακριβό το ταίρι της, πανάκριβο το τίμημά της.

Πρώτη αντίδρασή μας; Το κλάμα. Γεννιόμαστε κλαίγοντας και πορευόμαστε κλαίγοντας για τον επερχόμενο θάνατό μας. Η ζωή και ο θάνατος έχουν κοινή βάση, τα δάκρυα. Αυτό έμαθες από όταν γεννήθηκες, να κλαις. Και έκλαψες πολύ στη ζωή σου, μόνος σου κατά κύριο λόγο. Μούσκεψες πολλές φορές το πρόσωπό σου, το πότιζες για να διατηρείται νέο, αλλά δεν έπιασε το κόλπο. Δεν έπιασε, γιατί ήταν δάκρυα πόνου και όχι χαράς. Η χαρά είναι λίπασμα για το σώμα, ο πόνος δηλητήριο. Τα δάκρυά σου είχαν προδιαγεγραμμένη πορεία κάποτε. Τώρα απέκτησαν πολλές διακλαδώσεις, αργούν να πέσουν στο πάτωμα. Αναθεματισμένα δάκρυα που προσφέρετε πρόσκαιρη λύτρωση. Χμ, πρόσκαιρη.


Add: 2026-01-28 11:26:54 - Upd: 2026-01-28 11:26:54