Τέρρα Βίβα
Η Ζωή μου σε μια Βιοποικιλότητα Κινημάτων
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88063-6-8
Noėma, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αγγλική
Ενιαία τιμή έως 30/6/2027
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 256 σελ.
Περιγραφή

Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες η Βαντάνα Σίβα συνεργάζεται με αγρότες και κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, αντιστεκόμενη σε αυτό που η ίδια αποκαλεί «ιμπεριαλισμό του σπόρου», καθώς και στην οικονομική πόλωση και στην ψηφιακή αποικιοκρατία που απειλούν την οικολογική και κοινωνική μας ποικιλομορφία. Η φιλοσοφία της, εμπνευσμένη από το πνεύμα του Γκάντι, βασίζεται στη δύναμη των λαών, στην πραγματική επιστήμη και στα αληθινά δεδομένα. Με αυτά τα όπλα αμφισβητεί την κυριαρχία των δισεκατομμυριούχων, του Μπιλ Γκέιτς, του Γουόρεν Μπάφετ και του Τζεφ Μπέζος, και των διεθνών εταιρειών που επιχειρούν να διαστρεβλώσουν και να ελέγξουν όχι μόνο όσα καλλιεργούν και καταναλώνουν οι άνθρωποι, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν – μέσα από τη Μεγάλη Αγροβιομηχανία, τη Μεγάλη Φαρμακοβιομηχανία και τα Μεγάλα Δεδομένα.

Η αυτοβιογραφία της ανατρέχει στις πιο αξιομνημόνευτες καμπάνιες και στα κινήματα στα οποία συμμετείχε, ενώ παράλληλα εξετάζει τις σύγχρονες προκλήσεις που ανέδειξε η πανδημία του κορονοϊού, η ιδιωτικοποίηση της βιοτεχνολογίας και η εμπορευματοποίηση των βιολογικών και φυσικών μας πόρων.

Γεννήθηκα στην κοιλάδα Ντουν το 1952, έχοντας για πατέρα έναν άνδρα που έγινε δασοφύλακας αφότου βγήκε από τον στρατό και για μητέρα μια γυναίκα που έγινε αγρότισσα αφότου άφησε τη θέση εργασίας της στην ανώτατη κυβερνητική εκπαίδευση. Οι γονείς μου είχαν γνωριστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου κι όταν έγινε η πρόταση γάμου, εκείνη δέχθηκε να τον παντρευτεί με την προϋπόθεση ότι κάποια στιγμή θα εγκατέλειπε τον στρατό και θα συνέχιζε να δουλεύει. Επιπλέον, αποφάσισαν να μην κρατήσουν το όνομα της κάστας τους στο πλαίσιο του αντικαστικού κινήματος, το οποίο αποτελούσε σημαντικό μέρος του αγώνα προς την ανεξαρτησία μας, και υιοθέτησαν το ουδέτερο όσον αφορά τις κάστες όνομα Σίβα. Η μητέρα υπηρετούσε σε τόπο που ύστερα από τον τραγικό Διαχωρισμό της Ινδίας το 1947 θα μετατρεπόταν σε Πακιστάν∙ επέζησε από θαύμα, όμως ήταν πια μετανάστρια. Οι μετανάστες του Διαχωρισμού αποκαταστάθηκαν, με τους πωλητές να παίρνουν καταστήματα, τους υπαλλήλους να παίρνουν δουλειές και τους αγρότες να παίρνουν γη. Αντί να συνεχίσει στην κυβερνητική θέση που είχε χάσει, η μαμά μου αποφάσισε να εγκατασταθεί ως αγρότισσα.

Εγώ γεννήθηκα πέντε χρόνια μετά τον Διαχωρισμό, με την παιδική μου ηλικία να διαμορφώνεται μέσα στα δάση των Ιμαλαΐων, όπου είχε μετατοπιστεί ο πατέρας μου, αλλά και στη φάρμα της μητέρας μου στα ριζοβούνια. Η φύση αποτέλεσε την πρώτη μου έμπνευση –και η μελέτη της φύσης το πρώτο μου πάθος– κι έτσι κάπως κατέληξα να γίνω φυσικός.

Οι πιο οικείες αναμνήσεις που έχω από την παιδική μου ηλικία είναι τα αξιοθέατα και οι ήχοι, οι γεύσεις και οι μυρωδιές των δασών των Ιμαλαΐων, αφού έγιναν το σωματικό και πνευματικό μου λίκνο. Αισθάνομαι μια βαθιά ομφάλια σύνδεση με τα ροδόδενδρα, τις βελανιδιές, τους κέδρους και τα ρυάκια. Όταν γεννήθηκα ζούσαμε στην Τσακράτα κι έπειτα μετακομίσαμε στο Νεϊνιτάλ, το Πιθοράγκαρ, το Τέχρι, το Ουταρκάσι και το Ντεχραντούν, όπου και αποφάσισαν οι γονείς μου να αγκυροβολήσουν. Σήμερα αυτές οι περιοχές των Ιμαλαΐων αποτελούν μια ανεξάρτητη πολιτεία ονόματι Ουταράχαντ (η βουνίσια πολιτεία).

Οι Βρετανοί προσάρτησαν αρκετές περιοχές των Ιμαλαΐων το 1815, κυρίως με σκοπό την εκμετάλλευση του δασικού πλούτου. Ένας μεγάλος αριθμός από πεύκα (που ονομάζονται τσιρ από τους ντόπιους) κόπηκαν για τη δημιουργία «στρωτήρων» για σιδηροδρομικές ράγες. Στη δική μου περιοχή είναι που πέφτει ολόκληρη η λεκάνη απορροής του Γάγγη∙ στο Γκαρβάλ των Ιμαλαΐων ένας Άγγλος, ο κύριος Ουίλσον, έλαβε μίσθωση το 1850 να εκμεταλλευτεί όλα τα δάση της κοιλάδας του ποταμού Μπαγκίρατι για μόλις 400 ρουπίες. Από το τσεκούρι του ξεριζώθηκαν αμέτρητες ανεκτίμητες εκτάσεις κέδρων και τσιρ, εξαφανίστηκαν πλήρως. Το 1864, εμπνευσμένοι από την ακμάζουσα επιχείρηση ξυλείας του κυρίου Ουίλσον, Βρετανοί ηγεμόνες των βορειοδυτικών επαρχιών απέκτησαν εικοσαετή παραχώρηση και του ανέθεσαν να αξιοποιήσει κι εκείνα τα μέρη για λογαριασμό τους. Οι ευρωπαϊκοί αποικισμοί όπως αυτός του Μασούρι προκάλεσαν νέες πιέσεις στην καλλιέργεια τροφίμων, κάτι που οδήγησε στη μαζική υλοτόμηση των δασών βελανιδιών. Λόγω της οικονομικής άνθησης του κυρίου Ουίλσον και της κυβέρνησής του, το 1895 η πολιτεία Τέχρι ανέλαβε τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Μεταξύ του 1897 και του 1899 οι περιοχές αυτές χαρακτηρίστηκαν ως προστατευόμενες και επιβλήθηκαν περιορισμοί στη χρήση τους από τα χωριά. Οι περιορισμοί προκάλεσαν αγανάκτηση και αγνοήθηκαν πλήρως από τους κατοίκους, γεγονός που οδήγησε σε οργανωμένη αντίσταση κατά των αρχών. Στις 31 Μαρτίου, ως απάντηση προς την αντίσταση, ένα Βασιλικό Διάταγμα της Αυλής (Αρ. 11) από τον βασιλιά του Τέχρι ανακοίνωσε τροποποιήσεις σε αυτούς τους περιορισμούς.

Οι αντιφάσεις μεταξύ των βασικών ανθρώπινων αναγκών και των απαιτούμενων εσόδων από το κράτος, όμως, παρέμειναν άλυτες και εν ευθέτω χρόνω διογκώθηκαν. Το 1930 ο λαός του Γκαρβάλ εξαπόλυσε ένα κίνημα μη σύμπραξης, ώστε να τραβήξουν την προσοχή στο ζήτημα των δασικών πόρων. Οι σατιαγκράχα αντίρρησης αυτών των καταπιεστικών νόμων ήταν περισσότερο αισθητές στην περιοχή της Ραβάιν. Ο βασιλιάς του Τέχρι βρισκόταν στην Ευρώπη και λόγω της απουσίας του ο ανώτατος αξιωματούχος Τσάκρανταρ Τζαγιάλ κατέφυγε στην οπλισμένη παρέμβαση για να σπάσει μια ειρηνική διαμαρτυρία στο Τιλάρι. Ένας μεγάλος αριθμός άοπλων σατιαγκράχι σκοτώθηκε και τραυματίστηκε, ενώ άλλοι έχασαν τη ζωή τους σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διασχίσουν τα ορμητικά νερά του ποταμού Γιαμούνα. Χρόνια αργότερα οι μάρτυρες της σφαγής στο Τιλάρι αποτέλεσαν έμπνευση για το κίνημα Τσίπκο, με τα μέλη του να δίνουν όρκο προστασίας των δασών τους.

Υπήρχαν πολύ λίγοι δρόμοι στα Ιμαλάια όταν ήμουν μικρή, οπότε τις περισσότερες φορές ταξιδεύαμε με τα πόδια ή με άλογο. Ως δασοφύλακας η δουλειά του πατέρα μου ήταν να επιθεωρεί, να διαχειρίζεται και να αναμορφώνει περιοχές. Καθ’ όλη τη διάρκεια των διακοπών μας τον συνοδεύαμε στις περιοδείες του. Τα «σιτηρέσιά» μας μεταφέρονταν σε πελώρια κουτιά φορτωμένα πάνω σε μουλάρια, μαζί με ένα ακόμα κουτί γεμάτο με βιβλία. Ζούσαμε σαν τους νομάδες, μακριά από τις πόλεις, ανάμεσα στον πλούτο και τη φτώχεια. Για μένα τα δάση της παιδικής μου ηλικίας ήταν πηγή αφθονίας και ομορφιάς, ποικιλομορφίας και γαλήνης. Μαζί με την αδελφή μου μαζεύαμε φτέρες για να τις μετατρέψουμε σε έργα τέχνης: Τα αγριολούλουδα ήταν για εμάς τα μαργαριτάρια και τα διαμάντια μας. Γι’ αυτό και όταν τα δένδρα άρχισαν να εξαφανίζονται, εγώ έγινα μέλος του κινήματος Τσίπκο για να τα προστατεύσω.

Το κίνημα Τσίπκο είναι ιστορικά, φιλοσοφικά και οργανωτικά μια επέκταση του παραδοσιακού σατιαγκράχα του Γκάντι. Η ιδιαίτερη σημασία του έγκειται στο ότι έλαβε χώρα στην Ινδία μετά την ανεξαρτησία της∙ Τη συνέχεια ανάμεσα στις μορφές αυτού του σατιαγκράχα, πριν και μετά την Ανεξαρτησία, εξασφάλισαν γκαντιανοί αγωνιστές όπως ο Σρι Ντεβ Σούμαν, η Μίρα Μπεν και η Σάραλα Μπεν. Οπλισμένοι με την γκαντιανή αντίληψη της ανάπτυξης, θεμελιωμένης στη δικαιοσύνη και στην οικολογική ισορροπία, συνέβαλαν σιωπηλά στην ενδυνάμωση των γυναικών και στην καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης στις ορεινές περιοχές του Ουτάρ Πραντές. Η επιρροή της Μίρα Μπεν και της Σάραλα Μπεν, των δύο Ευρωπαίων μαθητριών του Γκάντι, στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη και οικολογική ισορροπία στα ορεινά του Ουτάρ Πραντές υπήρξε τεράστια, αφού αυτές δημιούργησαν μία νέα γενιά γκαντιανών ακτιβιστών που έθεσαν τα θεμέλια του κινήματος Τσίπκο. Ο Σούντερλαλ Μπαχούγκουνα4 διαπρέπει ανάμεσα σε αυτούς, βαθύτατα επηρεασμένος από τη Μίρα Μπεν και τη Σάραλα Μπεν. Σε ένα άρθρο του 1952, η Μίρα Μπεν είχε δηλώσει πως «κάτι δεν πάει καλά στα Ιμαλάια»:

Χρόνο με τον χρόνο οι πλημμύρες στα βόρεια της Ινδίας φαίνεται να χειροτερεύουν, ενώ φέτος αποδεικνύονται απολύτως καταστροφικές. Αυτό σημαίνει πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά στα Ιμαλάια κι αυτό αδιαμφισβήτητα συνδέεται με τα δάση. Θεωρώ πως δεν είναι απλώς ζήτημα αποψίλωσης, όπως μερικοί πιστεύουν, αλλά κατά κύριο λόγο θέμα αλλαγής ειδών. Καθώς το παρατηρώ αδιάκοπα εδώ και αρκετά χρόνια, έχω ενημερωθεί με θλίψη για τη ζωτική αλλαγή στα είδη των δένδρων που πλησιάζει όλο και περισσότερο τις νότιες πλαγιές – αυτές είναι που εξαπόλυσαν τα νερά των πλημμυρών στις κάτω πεδιάδες. Το φαινόμενο εξελίσσεται με ανησυχητική ταχύτητα και επειδή δεν πρόκειται για αποψίλωση αλλά για αντικατάσταση ενός είδους σε διαφορετικό, δεν δίνεται η δέουσα σημασία. Στην πραγματικότητα, το δασαρχείο, που λειτουργεί σχεδόν εμπορικά, τείνει να κλείνει τα μάτια στο φαινόμενο αυτό, αφού τα μπαντζ δεν αποφέρουν έσοδα στα ταμεία, ενώ το πεύκο τσιρ είναι ιδιαίτερα κερδοφόρο λόγω του ότι παρέχει τόσο ξυλεία όσο και ρητίνη.


Add: 2026-01-14 11:18:49 - Upd: 2026-01-14 13:34:55