Το καλοκαίρι των αγγλικών
Μετάφραση: Τερζιώτη, Τίνα
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-290-2
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Καταλανική
Ενιαία τιμή έως 30/6/2027
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 124 σελ.
Περιγραφή

Η Λάουρα Πρατς, μεσίτρια, σε μια προσπάθεια να ανελιχθεί επαγγελματικά, αποφασίζει να θυσιάσει τις καλοκαιρινές της διακοπές και να ταξιδέψει στην Αγγλία για να κάνει εντατικά μαθήματα στη γλώσσα. Απαντώντας σε μια αγγελία, κανονίζει να μείνει για έναν ολόκληρο μήνα στην απομονωμένη έπαυλη της ιδιόρρυθμης Μίσις Γκρόουζ, καθηγήτριας αγγλικών. Σύντομα θα ανακαλύψει πως η μέθοδος που εκείνη χρησιμοποιεί ξεπερνάει την αυστηρή πειθαρχία. Το καλοκαίρι των αγγλικών θα αλλάξει τη ζωή των δύο γυναικών, μια για πάντα.

Μια ιστορία γεμάτη σασπένς, τρόμο αλλά και μπόλικο χιούμορ, για τη σχέση αγάπης και μίσους που έχουν οι Ισπανοί με την αγγλική γλώσσα.

Μου ζητάτε να σας τα πω όλα διότι, διαφορετικά, δεν θα αναλάβετε την υπόθεση. Δέχομαι την πρότασή σας και σας γράφω, ξεκινώντας από την αρχή, ώστε να μπορείτε να έχετε μια πλήρη εικόνα για το άτομό μου. Κατανοώ πως πρέπει να γνωρίζετε ακόμα και τις εκ πρώτης όψεως ασήμαντες και επουσιώδεις πτυχές, δεδομένου ότι σε αυτές μπορεί να βρίσκονται εκείνα τα στοιχεία που θα σας βοηθήσουν να συντάξετε μια καλή υπερασπιστική γραμμή.

Μου λέτε να αναλογιστώ τα γεγονότα, ανατρέχοντας σε αυτά χωρίς φόβο, όσες φορές χρειαστεί, και να σας τα περιγράψω με κάθε λεπτομέρεια. Μην αμφιβάλλετε πως θα υπακούσω, τηρώντας τις υποδείξεις σας μία προς μία. Έχω, δυστυχώς, όλο τον χρόνο του κόσμου. Και θα τον αξιοποιήσω. Ξεκινάω, λοιπόν, από την αρχή.

Εγκαίρως, ώστε να μπορέσει να αλλάξει τα σχέδιά της χωρίς αυτό να της προκαλέσει κάποια ανεπανόρθωτη ζημιά, τηλεφώνησα στην ξαδέλφη μου, Μαρία, για να της πω ότι εκείνο το καλοκαίρι δεν θα μπορούσα να ταξιδέψω μαζί της όπως συνήθιζα.

Οι λόγοι που με εμπόδιζαν ήταν σημαντικοί: είχα αποφασίσει να απαλλαγώ μια και καλή από το επίπονο ζήτημα των αγγλικών. Τότε –αρχές Φεβρουαρίου, το θυμάμαι με ακρίβεια– δεν φανταζόμουν πόσο πολύ θα το μετάνιωνα. Το αντίθετο, μάλιστα, ήμουν βέβαιη πως, τουλάχιστον αυτήν τη φορά, είχα πάρει τη σωστή απόφαση. Ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκα, η ανόητη, ότι θα ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Ορισμένες φορές τα πράγματα εξελίσσονται εντελώς απρόβλεπτα, ειδικά όταν κάποιος έχει τη δική μου, ανύπαρκτη διαίσθηση. Ωστόσο, προς υπεράσπισή μου, οφείλω να σημειώσω πως δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε κανείς να υποπτευθεί, έστω και στο ελάχιστο, όσα μου συνέβησαν απλώς και μόνο επειδή ήθελα να μάθω αγγλικά. Τα κίνητρα που με οδήγησαν να ξεμπερδέψω με αυτήν τη φρικτή ανεπάρκεια όχι μόνο ήταν απολύτως δικαιολογημένα αλλά και ξεκάθαρα αντικειμενικά.

Λίγες μέρες πριν τηλεφωνήσω στην ξαδέλφη μου για να ακυρώσει το ταξίδι μας στο Περού, είχα μόλις παραγκωνιστεί στην πολυεθνική όπου δούλευα, επειδή δεν ήξερα αγγλικά. Μου είχε συμβεί ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι υποσχόταν στις διαφημιστικές της πινακίδες μια γνωστή σχολή ξένων γλωσσών: Η Λάουρα κατάφερε να ανέβει στην ιεραρχία επειδή μιλούσε αγγλικά. Μετά την αποτυχία μου, και έπειτα από αρκετές νύχτες που πέρασα άγρυπνη ή όλο εφιάλτες –ονειρεύτηκα πως ένα μεγάλο, λαχταριστό και ασημένιο ψάρι γλιστρούσε μέσα από τα χέρια μου, αφήνοντάς τα γεμάτα λέπια που όσο κι αν τα έτριβα, παρέμεναν κολλημένα στο δέρμα μου–, ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι η δεύτερη ευκαιρία που υπαινίχθηκε ο διευθυντής μου δεν θα με έβρισκε απροετοίμαστη. Έτσι, αποφάσισα να διαθέσω κάθε λεπτό των διακοπών μου αποκλειστικά στην εκμάθηση αγγλικών. Λυπόμουν για την ξαδέλφη μου και για τις ομορφιές του Περού, για τον Γουστάβο και την Γκλάντις Μπουένο, τους φίλους μου από την Αρεκίπα που τους είχα υποσχεθεί ότι θα τους επισκεφτώ, αλλά η απόφασή μου ήταν αμετάκλητη και το όνειρο προφητικό. Μόνο η γνώση της γλώσσας των γιάνκηδων –αν και θα ήταν καλύτερα να πω των παιδιών της Μεγάλης Βρετανίας– θα ανέβαζε την αυτοεκτίμησή μου και ταυτόχρονα τις πιθανότητες για επαγγελματική εξέλιξη. Συμβουλεύτηκα σχεδόν όλα τα ιδρύματα που ασχολούνται με τη διδασκαλία ξένων γλωσσών –από το Βρετανικό Συμβούλιο μέχρι το Αμερικανικό Ινστιτούτο, περνώντας από την Κρατική Σχολή, για να καταλήξω στον σωρό των φροντιστηρίων που ισχυρίζονται πως είναι εξειδικευμένα– προκειμένου να διαπιστώσω τι μαθήματα πρόσφεραν τον Αύγουστο, τον μοναδικό μήνα που μπορούσα να αφιερώσω εξ ολοκλήρου στη μελέτη. Η χωρίς ωράριο δουλειά ή, για να το πω καλύτερα, η δουλειά μου που διαρκεί πρακτικά δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, δεν μου άφηνε άλλη επιλογή. Δεν ήταν όμως όλα τα ινστιτούτα ανοιχτά τον Αύγουστο και οι ιδιωτικές σχολές, μολονότι μου εγγυόνταν ότι με τις μεθόδους τους τα αγγλικά θα έπαυαν να αποτελούν μυστήριο για μένα, δεν μου ενέπνευσαν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Εγκατέλειψα την ιδέα να γραφτώ σε κάποιο από αυτά, για τούτο τον λόγο, αλλά και εξαιτίας του άγχους που μου προκαλούσε η επικείμενη αυγουστιάτικη ζέστη η οποία, ήδη από τον Φεβρουάριο, οι μετεωρολόγοι προέβλεπαν ότι θα ήταν ανυπόφορη, λόγω της κλιματικής αλλαγής. Η εναλλακτική που υπήρχε ήταν ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στη Μεγάλη Βρετανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο, εκτός από τη δυνατότητα που θα μου έδινε να φύγω από τη Βαρκελώνη, θα μου επέτρεπε, χάρη στην άμεση επαφή με τους φυσικούς ομιλητές, την πλήρη εμβύθιση που μου ήταν τόσο απαραίτητη. Υποτίθεται ότι μια και καλή θα σταματούσα να αναγκάζομαι να επαναλαμβάνω μία από τις ελάχιστες φράσεις που ήμουν ικανή να ξεστομίσω: I’m sorry. I don’t speak English, πριν βουβαθώ ανεπιστρεπτί, με σκυμμένο το κεφάλι και απογοητευμένη, καθώς συλλογιζόμουν όλα όσα έχανα εξαιτίας της άγνοιας της lingua franca που, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι τα αγγλικά. 

Οι συνάδελφοί μου γνώριζαν καλά την εμμονή μου και προσπαθούσαν να μειώσουν τη σοβαρότητα του θέματος, λέγοντας πως δεν έπρεπε να ανησυχώ τόσο· άλλωστε, ήταν ένα πρόβλημα της γενιάς μου. Παρ’ όλα αυτά, με παρηγορούσε ελάχιστα το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μειονέκτημα που αντιμετώπιζε η πλειονότητα. Μάλιστα, σκεφτόμουν την τεράστια ποσότητα κάθε είδους σχέσεων, ερωτικών, φιλικών, εμπορικών, που αποτυγχάνουν ανά τον κόσμο για τον ίδιο λόγο, και ήμουν σχεδόν βέβαιη ότι κάποια από τα πολιτικά γεγονότα της δύσμοιρης χώρας μας είχαν σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ήμουν πεπεισμένη πως αν ο Αθνάρ ήξερε αγγλικά, δεν θα είχαμε συμμετάσχει στον πόλεμο του Ιράκ. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας που είχε ήταν αυτό που τον ώθησε να πει στον Μπους yes, αντί για no, thanks, ή εξαρχής no, darling. Όταν δεν ξέρεις μια γλώσσα, δεν μπορείς να διαπραγματευτείς, αυτό είναι ξεκάθαρο, και έχεις την τάση να ανέχεσαι τα πάντα χωρίς να συνειδητοποιείς σε ποιον βαθμό αποδέχεσαι πράγματα που σου επιβάλλουν οι άλλοι. Αν το καλοσκεφτούμε, ίσως η συμμετοχή μας στον πόλεμο να ήταν μια παρενέργεια των γλωσσικών ελλείψεων του τότε προέδρου. Η εκπαίδευση που έλαβε, όπως και εγώ, ήταν μια ακόμα συνέπεια του φρανκισμού. Ακόμα και τότε, παρότι ο Φράνκο είχε πεθάνει, οι ξένες γλώσσες θεωρούνταν ξενόφερτα μολυσματικά στοιχεία. Δεν έκανε κακή εντύπωση –το αντίθετο, μάλιστα– το να μη μιλάει κάποιος άλλη γλώσσα εκτός από την ισπανική, τη γλώσσα της Αυτοκρατορίας, με την οποία ο Κάρολος Ε΄, ίσως ένας από τους λίγους κυβερνήτες που θαύμαζαν οι πολύγλωσσοι όταν εγώ σπούδαζα, απευθυνόταν στον Θεό, ενώ στο άλογό του μιλούσε στα γερμανικά και με τις κυρίες φλέρταρε στα γαλλικά.


Add: 2026-01-13 14:50:55 - Upd: 2026-01-13 14:52:54