Δεκαεπτά υπερφυσικές ιστορίες και τρεις σπουδές ―βασισμένες σε θρύλους, μύθους, έθιμα και παραδόσεις της Ιαπωνίας― συγκροτούν την απόκοσμη φαντασμαγορία του «Καϊντάν»: ένα είδος πνευματικής αυτοβιογραφίας του κοσμοπολίτη Χερν από τους λόφους της Ιρλανδίας όπου ―παιδί ακόμη― αναζητούσε νεράιδες και ξωτικά μέχρι τον μετά θάνατον τόπο όπου στοιχειώνει τον Λευκάδιο ένας τερατώδης κόσμος.
ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
ΟΣΙΝΤΟΡΙ
ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΣ ΓΕΡΑΚΙΩΝ, που κυνηγούσε κιόλας ― Σόντζο τ’ όνομά του· ζούσε στην περιοχή Ταμούρα-νο-Γκο, στην επαρχία Μούτσου. Μια μέρα βγήκε για κυνήγι και δεν βρήκε ούτ’ ένα θήραμα. Επιστρέφοντας όμως, καθώς περνούσε απ’ την Ακάνουμα, εντόπισε ένα ζευγάρι οσίντορι να κολυμπά στο ποτάμι που σκόπευε να διασχίσει. Δεν είναι καλό να σκοτώνεις οσίντορι ― μα ο Σόντζο πεινούσε τόσο, που τις έβαλε σημάδι. Το βέλος του διαπέρασε την αρσενική: η θηλυκιά γλίστρησε στους θάμνους τής απέναντι όχθης και χάθηκε απ’ τα μάτια του. Ο Σόντζο πήρε το σκοτωμένο πουλί στο σπίτι και το μαγείρεψε.
Το ίδιο βράδυ είδε ένα κακό όνειρο. Μια όμορφη γυναίκα μπήκε στην κάμαρή του, στάθηκε στο προσκεφάλι του κι έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε τόσο πικρά που ο Σόντζο ένιωθε σαν να του ξερίζωναν την καρδιά. Ξάφνου, η γυναίκα έβαλε τις φωνές: «Γιατί, γιατί τον σκότωσες; Τι έκανε για να το αξίζει; Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι στην Ακάνουμα ― μονάχα αυτός κι εγώ ― κι εσύ τον σκότωσες… Τι κακό σου έκανε; Έχεις ιδέα τι έκανες; Καταλαβαίνεις τι κακό έκανες; Σκότωσες κι εμένα, γιατί εγώ δεν έχω ζωή χωρίς τον άντρα μου! Αυτό ήρθα να σου πω». Κι έπιασε πάλι να κλαίει γοερά, κι ο θρήνος της τρυπούσε ώς το κόκαλο όποιον την άκουγε. Κι έπειτα είπε με λυγμούς:
«Λυκόφως και τον κάλεσα
μαζί μου να επιστρέψει!
Τώρα κοιμάται μόνος του
μες στη σκιά των βράχων·
αχ, δυστυχία ανείπωτη!»
Και λέγοντας αυτούς τους στίχους, φώναξε: «Αχ, δεν μπορείς… δεν καταλαβαίνεις τι έκανες! Όμως αύριο, όταν πας στην Ακάνουμα, θα δεις ― θα δεις...» Αυτά είπε κι έφυγε με θρήνο βαρύ.
Μόλις ξύπνησε ο Σόντζο το πρωί, τ’ όνειρο ήταν ακόμη τόσο ζωντανό στη σκέψη του που τον βασάνιζε. Θυμήθηκε τα λόγια της γυναίκας: «Όμως αύριο, όταν πας στην Ακάνουμα, θα δεις ― θα δεις...» Κι αποφάσισε να πάει αμέσως, για να ξεδιαλύνει τ’ όνειρο.
Έτσι, ξεκίνησε για την Ακάνουμα και, φτάνοντας στην όχθη του ποταμού, είδε τη θηλυκιά οσίντορι να κολυμπά μονάχη. Αμέσως το πουλί αντιλήφθηκε τον Σόντζο· μα αντί να προσπαθήσει να του ξεφύγει, κολύμπησε προς το μέρος του, κοιτώντας τον μες στα μάτια ― σταθερά, παράξενα, σαν άνθρωπος. Κι αίφνης, με το ράμφος της, άρχισε να ξεσκίζει τις ίδιες της τις σάρκες, ώσπου ξεψύχησε μπροστά στα μάτια του κυνηγού...
Μετά απ’ αυτό, ο Σόντζο ξύρισε το κεφάλι του κι έγινε μοναχός.
* * *
Το μεγαλύτερο μέρος του «Καϊντάν» ―ή των «Παράξενων ιστοριών»― προέρχεται από παλιά ιαπωνικά βιβλία, όπως τα “Yasō-Kidan”, “Bukkyō-Hyakkwa-Zenshō”, “Kokon-Chomonshū”, “Tama-Sudaré” και “Hyaku-Monogatari”. Ορισμένες ιστορίες ίσως έχουν κινέζικη προέλευση: το πολύ αξιόλογο «Όνειρο του Ακινόσουκε», για παράδειγμα, έχει σίγουρα ρίζα από την Κίνα. Σε κάθε περίπτωση, ο αφηγητής έχει επαναχρωματίσει και αναδιαμορφώσει τόσο πολύ τα δάνειά του, ώστε να προσδώσει φυσικότητα στην ιστορία. Το αλλόκοτο παραμύθι «Γιούκι-Όνα» μού το διηγήθηκε ένας αγρότης από το Τσόφου, στην επαρχία Μουσάσι, ως θρύλο του χωριού του. Δεν ξέρω αν έχει καταγραφεί ποτέ στα ιαπωνικά, αλλά την τρομερή δοξασία που περιγράφει τη συναντάμε στα περισσότερα μέρη της Ιαπωνίας και σε διαφορετικές, παράξενες εκδοχές. Το περιστατικό με τον Ρίκι-Μπάκα είναι από προσωπική εμπειρία· το κατέγραψα όπως ακριβώς συνέβη, αλλάζοντας μόνο το όνομα της οικογένειας που αναφέρει ο Ιάπωνας αφηγητής.
Λ. Χ.
Τόκιο, Ιαπωνία
20 Ιανουαρίου 1904


