Οδός Ρωμανού Μελωδού 23
Σχεδιαστής: Σκηνιώτη, Νίκη
Εξώφυλλο/εικαστικό: Σκηνιώτη, Νίκη
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-214-028-4
Καμπύλη, Αθήνα, 3/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/9/2026
€ 14.00 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
17 x 24 εκ., 272 σελ.
Περιγραφή
Ήταν καλοκαίρι του ’64, όταν τέλειωσα πια το Γυμνάσιο και ταυτόχρονα τελείωνε και η παραμονή μου στη Μυτιλήνη.
Με ένα απολυτήριο «Λίαν Καλώς», τελείωνε νομίζω και η εφηβεία μου, αλλά και η ζωή μου στην πόλη που μεγάλωσα και αγάπησα όσο τίποτα άλλο.
Όλη η οικογένεια ήταν ήδη στη Ν. Σμύρνη προετοιμάζοντας το νέο μας ξεκίνημα και περιμένοντας το «μεγάλο γιό», να αρχίσει την ακαδημαϊκή του καριέρα…
Αυτό ήταν.
Μια μεγάλη παλιά καρό βαλίτσα στο ένα χέρι, παραγεμισμένη με τα ρούχα μου, τα σεντόνια και την κουβερτούλα μου και δεμένη με σχοινί για να μην ανοίξει, στο άλλο χέρι ένας μπόγος, ένα άσπρο τσουβάλι ζάχαρης δηλαδή, γεμάτος με βιβλία και στον ώμο μου κρεμασμένο ένα ταγάρι από τη γιαγιά-Δαμασκηνή, με μισό καρβέλι ψωμί-δώρο του κυρ- Κώστα του Βαμβακά-ένα πιάτο με σφουγγάτο, δυο ντομάτες, ένα ξυλάγγουρο, κεφτέδες και τυρί απ’ τον Μανταμάδο.
Και πάνω-πάνω μια εικονίτσα του Ταξιάρχη κι’ ένα κλωνάρι νυχτολούλουδο, από τον κήπο της γιαγιάς.
Το νυχτολούλουδο, μαράθηκε γρήγορα.
Το πιάτο από το σφουγγάτο, το έχω ακόμα.
Η εικονίτσα του Ταξιάρχη, χάθηκε.
Μάλλον δεν άντεξε, μ’ αυτά που έβλεπε…
Ανέβηκα τη σκάλα του πλοίου και βάλαμε ρότα για Πειραιά.
Το πλοίο ταξίδευε για Πειραιά κι’ εγώ ταξίδι πίσω στη Μυτιλήνη και στη γειτονιά μου..
Για τούτο το «ταξίδι προς τα πίσω», θέλω να σας μιλήσω σε τούτο το βιβλίο.
Και προλαβαίνω την απορία σας.
Για ποιο λόγο;
Αξίζει τον κόπο;
Γιατί τώρα, κοντά στα ογδόντα, αποφάσισα να κάνω μια… βουτιά προς τα πίσω, στα πρώτα παιδικά και εφηβικά χρόνια, ενός απλού, συνηθισμένου παιδιού της επαρχίας;
Μήπως τούτο το «ταξίδι», καλύπτει απλά την ανάγκη ενός ηλικιωμένου για αποδράσεις στο παρελθόν, για «αναμνήσεις» που θα επιχειρήσουν να δικαιώσουν διαδρομές και επιλογές;
Μήπως είσαι της άποψης φίλε, ίσως πει κάποιος, πως «τότε ήμασταν καλύτερα, η ζωή ήταν καλύτερη, όλα ήταν πιο καλά και πιο αθώα και πιο αγνά» και θεωρείς πως «αντιπαλεύεις» έτσι, βολικά και άκοπα, το σήμερα;
Μήπως από μια «γεροντική αυταρέσκεια» φίλε, θέλεις να μιλήσεις «για σένα», να αφήσεις «συμβουλές και παρακαταθήκες», για τα όσα έζησες και που τα θεωρείς σπουδαία και σημαντικά και αξιομνημόνευτα;
Δε μπήκα σε τέτοιους πειρασμούς.
Ποτέ δεν άφησα το «γέρο» να εγκατασταθεί μέσα μου, ποτέ δεν επέτρεψα τη μνήμη να γίνει νοσταλγία και όσο για τις «κατευθύνσεις» και τις συμβουλές, τις εγκατέλειψα καιρό τώρα.
Τότε τι το αξιομνημόνευτο, έχει τούτη η αναδρομή;
Ποιόν ενδιαφέρει;
Εμένα, ενδιαφέρει.
Χρόνια τώρα, γράφω όπου μπορώ και όπως μπορώ, για την πόλη μου.
Κοιτώντας τώρα, όλα τούτα τα γραφτά με τα «μάτια» μιας κάποιας ηλικίας, ανακαλύπτω πως «ξέχασα» να πω κάτι για τα «μικρά και τα ασήμαντα».
Για τα ανθρωπένια!
Για μια καλημέρα του γείτονα, για ένα φίλεμα μιας «θειάς», για μια μυρουδιά από το μαγειριό της γειτόνισσας, για ένα πεταχτό φιλί στον Άγιο Ευδόκιμο, για τα μαλώματα της γιαγιάς μου για το πρώτο τσιγάρο, για τις κοπάνες απ’ το μάθημα.. για..
Γι΄ αυτά τα καθημερινά, τα «αδιαφόρετα»..
Για όλα αυτά δηλαδή, που αθόρυβα και καθοριστικά, μας έχουν διαμορφώσει σ’ αυτό που γίναμε.
Ότι κι’ αν γίναμε..
Τούτο το «ταξίδι προς τα πίσω», δεν είναι για μένα μια αναπόληση, μια περιπλάνηση στα περασμένα, μ’ ένα ποτήρι κρασί.
Είναι μια άσκηση αυτογνωσίας, μια «βουτιά στις ρίζες» μου για να βρω ένα στήριγμα, ένα βοήθημα να πιαστώ και να μη με καταπιεί τούτη η σκοτεινιά που αρχίζει να μας σκεπάζει.
Να μη ξεχάσω από πού έρχομαι και χάσω τα πατήματα και την «πυξίδα» μου.
Να μη ξεχάσω ποιο είναι το πολύτιμο και το απαραίτητο για την ανθρωπιά μου.
Γιατί αρχίζω να νοιώθω-αργά ίσως- πως κινδυνεύω να συμπορεύομαι και να συμβιώνω με «πράγματα» που μου είναι «ξένα» και ξέχασα να έχω κοντά μου «πράγματα» αγαπημένα και πολύτιμα.
Μια «βουτιά» σε ότι έγινε, θέλησα να επιχειρήσω, μήπως έστω και τώρα καταφέρω να «διορθώσω», το βηματισμό και τη στράτα μου..
Έστω, τώρα!
Για να μην χαθώ σε λάθος δρόμους..
Για να μη ξεχάσω την.. πατρίδα.
Γιατί «πατρίδα», είναι τελικά η «μνήμη» που μας μένει…
Ας ξανασκύψουμε στις ρίζες, στα «πρωταρχικά» μας βήματα.
Και ίσως καταφέρουμε να βρούμε απαντήσεις και για «τα σημερινά», που τελικά θα ανακαλύψουμε πως είναι τα «χθεσινά».
Θα χαρώ αφάνταστα, αν τούτα τα ταπεινά κειμενάκια, βοηθήσουν να «ταξιδέψετε’ κι’ εσείς λίγο στο χθες κι’ να ανακαλύψετε ξεχασμένες στιγμές, μυρουδιές και παιχνίδια, έρωτες και πρόσωπα και βλέμματα λησμονημένα,.
Γιατί οι «ρίζες», θέλουν πότισμα με λίγη «θύμηση» για να μη ξεραθούν..
Πήρα ένα ποτήρι Λημνιό κρασί, έβαλα ένα cd της Dulce Ponte και αργότερα το Café del Art, του Μαυρουδή και άρχισα αυτό το ταξίδι.
Και δεν ήταν καθόλου εύκολο.
Χίλια δυο τα «δύσκολα».
Οι αναμνήσεις, που θόλωναν την κρίση και πολύ συχνά τα μάτια, οι καινούργιες «ερμηνείες» συναισθημάτων και γεγονότων που εμφανιζόταν σήμερα απ΄ το πουθενά, αλλά κι΄ αυτή η 80χρονη μνήμη που πάλευε με το «τι έγινε πραγματικά» και τι ήθελε «να έχει γίνει»…
Δε βαριέσαι, όμως.
Άλλωστε για έναν «ταξιδευτή του παρελθόντος», νομίζω πως αληθινό, είναι ότι θυμάται για αληθινό.
Αφήστε, δεν ήταν εύκολο τούτο το «ταξίδι».
Μα καθόλου, σας λέω.
Όμως τελικά, το καταχάρηκα.
Ρίξτε μια ματιά κι’ εσείς και τα ξαναλέμε..

Add: 2025-04-01 12:17:31 - Upd: 2025-04-02 11:58:28