«Το καινούργιο φόρεμα» παρουσιάζει για πρώτη φορά από κοινού δύο διηγήματα που, μέσα από τη διαφορετική γραφή και οπτική των συγγραφέων τους, διερευνούν με διεισδυτικότητα τις πολύπλοκες σχέσεις εξουσίας με αφορμή το γυναικείο ένδυμα.
Στο διήγημα της Βιρτζίνια Γουλφ, μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή γίνεται η αφετηρία μιας βαθιάς καταβύθισης στην αυτοσυνειδησία, στην ανασφάλεια και στην αγωνία που γεννά η διαρκής προσπάθεια για κοινωνική αποδοχή. Με τη χαρακτηριστική ευαισθησία και τη δεξιοτεχνία της, η Γουλφ μετατρέπει μια καθημερινή στιγμή σε ένα λεπταίσθητο εσωτερικό δράμα.
Στα «Καινούργια φορέματα» της Κάθριν Μάνσφιλντ, το ένδυμα αποκτά ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα, καθώς συνδέεται με την ατομική ταυτότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις και την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που η κοινωνία απαιτεί να είμαστε.
Δύο από τα πλέον διεισδυτικά διηγήματα του αγγλόφωνου μοντερνισμού προσκαλούν τον αναγνώστη σε μια βαθύτερη αναμέτρηση με τον εσωτερικό εαυτό και τον κοινωνικό χώρο, φωτίζοντας τις αθέατες εντάσεις ανάμεσα στην επιθυμία, στην ταυτότητα και στην ανάγκη για αποδοχή.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η Μέιμπελ άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι δεν πάει καλά, μόλις έβγαλε την κάπα της κι η κυρία Μπάρνετ τής έδωσε τον καθρέφτη κι άγγιξε τις βούρτσες με τρόπο που την έκανε να προσέξει όλα τα σύνεργα περιποίησης μαλλιών, δέρματος και ρούχων, αραδιασμένα στο μπουντουάρ, ενισχύοντάς της την υποψία ότι κάτι δεν πάει καλά, καθόλου καλά, υποψία που, καθώς ανέβαινε τη σκάλα και χαιρέτησε την Κλαρίσα Ντάλογουεϊ, επιβεβαιώθηκε και την έκανε να κινηθεί βιαστικά προς την άλλη πλευρά του δωματίου, σε μια σκοτεινή γωνιά όπου κρεμόταν ένας καθρέφτης, για να παρατηρήσει το είδωλό της. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Κι αμέσως η μιζέρια που πάλευε συνέχεια να κρύβει, η βαθιά δυσαρέσκεια ―η αίσθηση που την κατέτρυχε από παιδί ότι ήταν κατώτερη απ’ τους άλλους―, την κυρίευσαν δίχως έλεος, αμείλικτα, τόσο βίαια που της ήταν αδύνατον ν’ αντισταθεί, όπως θα ’κανε στο σπίτι της ξυπνώντας μες στη νύχτα και διαβάζοντας Μπόροου ή Σκοτ· γιατί όλοι όσοι βρίσκονταν εδώ, άντρες-γυναίκες ανεξαιρέτως, σίγουρα σκέφτονταν: «Μα τι φορά η Μέιμπελ; Τι χάλι είναι αυτό! Τραγωδία το καινούργιο φόρεμα!» Και με το που την πλησίαζαν, τρεμόπαιζαν τα βλέφαρά τους κι έκλειναν τα μάτια τους σφιχτά. Την πλήγωναν η φριχτή της ανεπάρκεια, η δειλία της, η μηδαμινότητα κι η νωθρότητά της. Ξάφνου το δωμάτιο για το οποίο συζητούσε με τη μοδιστρούλα επί ώρες, και μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια για το πώς θα τα περάσει, της έμοιαζε άθλιο κι αποκρουστικό· και το δικό της σαλόνι απαίσιο, όπως κι η ίδια, όταν έβγαινε καμαρωτή και φαντασμένη, κι έκανε να πιάσει τα γράμματα πάνω στο τραπέζι του χωλ, μονολογώντας: «Πλήξη!» για να δειχτεί ― όλ’ αυτά της φαίνονταν τώρα ανόητα, ευτελή κι επαρχιώτικα. Όλ’ αυτά ισοπεδώθηκαν, έσκασαν και κατέρρευσαν, τη στιγμή που μπήκε στο καθιστικό της κυρίας Ντάλογουεϊ.
[Βιρτζίνια Γουλφ: Το καινούργιο φόρεμα]
Η κα Κάρσφιλντ κι η μητέρα της κάθονταν στο τραπέζι βάζοντας τις τελευταίες πινελιές στα πράσινα κασμιρένια φορέματα. Θα τα φορούσαν οι δεσποινίδες Κάρσφιλντ στην εκκλησία την επομένη, με ζωνάκια στο χρώμα του πράσινου μήλου και ψάθινα καπέλα με κορδέλες που κρέμονταν προς τα πίσω. Η κα Κάρσφιλντ ήθελε οπωσδήποτε να τα τελειώσουν απόψε και μιας κι ο Χένρι είχε πάει σε μια συγκέντρωση της Πολιτικής Ένωσης και θα επέστρεφε αργά, οι δύο γυναίκες είχαν όλη την τραπεζαρία δική τους για να κάνουν μια «καθωσπρέπει αταξία». Σήκωσαν το κόκκινο κάλυμμα απ’ το τραπέζι και ιδού η ραπτομηχανή ―δώρο γάμου―, το καφέ καλάθι με τα σύνεργα, το ύφασμα και κάτι σκισμένα περιοδικά μόδας. Η κα Κάρσφιλντ δούλευε τη ραπτομηχανή αργά, μη τυχόν και της σωθεί η πράσινη κλωστή· είχε την ψευδαίσθηση πως θα της κράταγε περισσότερο, αν τη χρησιμοποιούσε λίγο-λίγο κάθε φορά. Η μητέρα της καθόταν σε μια κουνιστή πολυθρόνα με τη φούστα ανασηκωμένη κι ακουμπούσε με τις τσόχινες παντόφλες της σ’ ένα υποπόδιο, δένοντας τις κλωστές της μηχανής και ράβοντας λεπτή δαντέλα στον γιακά και στις μανσέτες. Η φλόγα του γκαζιού τρεμόπαιζε. Πότε-πότε η ηλικιωμένη γυναίκα σήκωνε το βλέμμα προς τη λάμπα κι έλεγε: «Έχει νερό στον σωλήνα, Ανν· γι’ αυτό κάνει έτσι», έμενε λίγο σιωπηλή και ξανά: «Πρέπει να ’χει νερό στον σωλήνα, Ανν», και μετά πιο έντονα: «Έχει ― σίγουρα έχει».
Η Ανν κοίταζε βλοσυρά τη ραπτομηχανή. «Πώς κολλάει η μητέρα με κάτι πράγματα ― είναι εκνευριστικό», σκέφτηκε. «Και, μάλιστα, με πράγματα που δεν πρόκειται να φτιαχτούν. Μάλλον φταίνε τα γεράματα ― μα είναι εξοργιστικό». Και είπε: «Μητέρα, το φόρεμα της Ρόουζ θέλει γερό στρίφωμα, ψήλωσαν πολύ τα πόδια της τελευταία. Και μην βάλεις δαντέλα στις μανσέτες της Έλεν· θα τραβά τα βλέμματα».
[Κάθριν Μάνσφιλντ: Καινούργια φορέματα]