H ΜΥΚΟΝΟΣ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΣΚΗΝΙΚΑ του Γιάννη Μαρή. Πρωταγωνιστεί μεταξύ 1956 και 1963 σε τρία μυθιστορήματα και ένα διήγημα.
Καλοκαίρι στη Μύκονο. Στο ξενοδοχείο πολυτελείας «Καλυψώ» φτάνει ο διεθνής εφοπλιστής Ταξιάρχης με την κομψή συντροφιά του, την ερωμένη του, την ανιψιά του, που αγαπά σαν παιδί του, και τους φίλους του. Το ξενοδοχείο πολυτελείας είναι στις δόξες του. Κι έξαφνα ένας από τη συντροφιά βρίσκεται νεκρός. Ποιός τον σκότωσε ; Ο συμπαθητικός νέος άνθρωπος που τον ακολουθούσε όλο τον τελευταίο καιρό ; Ο βλοσυρός δικηγόρος των Αθηνών που είχε έναν παλιό λογαριασμό μαζί του ; Οι άνθρωποι που ο νεκρός είχε προδώσει στην Κατοχή ;
— Ξέρω και κάτι ακόμη, είπε ήσυχα ο Χαραλάμπους.
— Τί;
— Αυτό που από χθες το μεσημέρι το ξέρεις κι εσύ. Πως ο κομψός μας Τζερόνυμο είναι ο περίφημος λοχαγός του Κωστή Ντάνινου. Ο λοχαγός Τάρντι. Ο άνθρωπος με το σημάδι το επιβεβαίωσε. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Τί θα κάνει ο φίλος σου όταν βεβαιωθεί; Λες πως τον βοηθάς γιατί τον συμπαθείς. Θα τον βοηθήσεις να κάνει κι ένα έγκλημα;
— Τί άλλο τού μένει να κάνει;
— Αλλά γιατί θα το ’κανε;
Φώναξε το γκαρσόνι με το χέρι του και πλήρωσε.
— Αν δεν φύγει από τη Μύκονο, φοβάμαι πως τα πράγματα θα εξελιχθούν άσχημα.
— Θείε, μου θυμίζεις ανακριτή. Για ποιό έγκλημα κατηγορούμαι;
Γελούσε. Αλλά ο Χαραλάμπους δεν συμμερίστηκε το κέφι της.
— Για ποιό έγκλημα; ξανάπε αυτή.
— Για κείνο που ίσως πρόκειται να γίνει, απάντησε ο Χαραλάμπους σκυθρωπός.
ΣΧΕΔΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: M. ΓΑΛΛΙΑΣ
Από τη δημοσίευση του μυθιστορήματος στην Απογευματινή το 1962.