Αθήνα 1962. Ο Γιακουμής, πρόσφυγας και ηλικιωμένος πια, διστάζει να θυμηθεί το παρελθόν, αλλά τελικά αφηγείται τη νύχτα της μεγάλης φωτιάς, όταν έχασε τα πάντα.
Στο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη πρωταγωνιστής είναι η Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα. Ρωμιοί, Εβραίοι, Τούρκοι, Ευρωπαίοι συνυπάρχουν σχετικά ειρηνικά, ενώ υποβόσκουν οι εντάσεις που είκοσι χρόνια αργότερα θα οδηγήσουν στην Καταστροφή. Στο μέσο του μυθιστορήματος η αφήγηση του Γιακουμή ενώνει τις ατομικές τραγωδίες με τη συλλογική.
Στη μελέτη της Μαρίας Νικολοπούλου εξετάζονται οι ρευστές ταυτότητες των χαρακτήρων του μυθιστορήματος, η ταυτότητα του πρόσφυγα, που είναι δύο φορές ξένος, και η αμφισημία της έννοιας της πατρίδας, που γίνονται το μέσο ώστε ο συγγραφέας να αμφισβητήσει την κυρίαρχη εθνική αφήγηση. Παρουσιάζεται ακόμη πώς αναπλάθεται ο αστικός χώρος της Σμύρνης, ενώ αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος του κεντρικού κεφαλαίου «Πάροδος», το οποίο φωτίζει με τραγική ειρωνεία ολόκληρο το κείμενο. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη σύνδεση του μυθιστορήματος με την επέτειο των σαράντα χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1962, στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ο Κοσμάς Πολίτης επιχείρησε να παρέμβει στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης.