Αντί των κυκλικών ή γραμμικών αφηγημάτων που ερμηνεύουν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 ως εξέλιξη ήδη εγγεγραμμένη στην αφετηρία της το 1917, η παρούσα μελέτη, υιοθετώντας μια μακρο-ιστορική οπτική, εντάσσει τα χρόνια 1917-1941 σε μια ευρύτερη περιοδολόγηση των αγγλο-σοβιετικών και αμερικανο-σοβιετικών σχέσεων, και διακρίνει τέσσερις περιόδους: τη σύγχυση της Ρωσικής Επανάστασης και του Εμφυλίου Πολέμου, την «απειλητική αβεβαιότητα» του Μεσοπολέμου, τη χρησιμότητα της σοβιετικής συμμαχίας από το 1941 έως το 1945 και, τέλος, την απώθηση μετά το 1947.
Αν και η έναρξη του «επίσημου» Ψυχρού Πολέμου τοποθετείται χρονικά συνήθως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ανεπίσημος είχε ήδη ξεκινήσει στα τελευταία χρόνια του προηγούμενου Μεγάλου Πολέμου, κληροδοτώντας στην περίοδο μετά το 1945 τρεις δεκαετίες αμοιβαίας εχθρότητας. Η αντιπαράθεση αυτή δεν γεννήθηκε ξαφνικά· είχε βαθιές ιστορικές ρίζες που ανάγονταν όχι μόνο στη Ρωσική Επανάσταση αλλά και στον 19ο αιώνα. Η μακρο-ιστορική προσέγγιση δεν προεξοφλεί την αναπόφευκτη έλευση του Ψυχρού Πολέμου, αλλά αναδεικνύει τα διαδοχικά στρώματα εμπειριών, φόβων και προσδοκιών που συντήρησαν την καχυποψία και την αντιπαλότητα.
Η ιστορία των σχέσεων της Βρετανίας και των ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσα στα στενά όρια του «σύντομου παρελθόντος». Η μακρο-ιστορική οπτική, ανιχνεύοντας τα ενδεχόμενα που παραμόνευαν σε κάθε διένεξη, επαφή και απόφαση, αποκαλύπτει το υπέδαφος πιθανών διαδρομών που παρέμειναν ανεξερεύνητες.