Ο Ανρί καθόταν στο στούντιό του. Ήταν καλλιτέχνης, ζωγράφιζε πίνακες. Ο Ανρί ήταν όμως και αλεπού, κι έπινε γάλα από ένα μπολ. Το γάλα τού το έφερναν από το μαγαζάκι απέναντι. Ο Ανρί ήταν πολύ αφηρημένος και πάντα ξεχνούσε να πάει για ψώνια. Αφήστε που φοβόταν λιγάκι και τον μαγαζάτορα. Όταν εκείνος το κατάλαβε, ζήτησε από τους υπαλλήλους του να πηγαίνουν αυτοί στον Ανρί φρέσκο γάλα και τυρί κάθε μέρα.
Ο Ανρί ήταν ένας πολύ ταλαντούχος καλλιτέχνης. Όταν ζωγράφιζε ξεχνούσε όχι μόνο το μαγαζάκι αλλά και το φαγητό, τους φίλους του, τον καιρό έξω από το παράθυρό του, το να πλυθεί το πρωί, ακόμα και τον βραδινό του ύπνο. Σήμερα, όμως, ο Ανρί είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα. Είχε ήδη πλύνει το πρόσωπό του, είχε φάει κρουασάν και γάλα για πρωινό, είχε τσεκάρει και τι καιρό έκανε έξω. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό στο Παρίσι. Ό,τι πρέπει για να ζωγραφίσει το πορτρέτο κάποιου. Ο Ανρί ήθελε αυτός ο κάποιος να είναι ενδιαφέρων και ασυνήθιστος, κι έτσι αποφάσισε να βγει έξω και να βρει, πάση θυσία, το κατάλληλο μοντέλο.
Η μπλε πόρτα έκλεισε με θόρυβο κι ο Ανρί βρέθηκε έξω. Είχε να βγει από το σπίτι απ’ την περασμένη Τρίτη. Κοίταξε τριγύρω. Πόσοι άνθρωποι είχαν μαζευτεί! Ποτέ του δεν είχε φανταστεί ότι το Παρίσι ήταν τόσο ζωντανό στις εννιά το πρωί. Όπως κάθε καλλιτέχνης, ο Ανρί δεν είχε σκεφτεί πως ο περισσότερος κόσμος δεν δούλευε στο σπίτι, αλλά σε γραφεία και μαγαζιά. Ένας τεράστιος ρινόκερος με γκρι παλτό και καπέλο τον προσπέρασε. Ο Ανρί τον κοίταξε φευγαλέα. Μμμ, δεν ταίριαζε σε αυτό που σχεδίαζε να κάνει, όχι, σίγουρα όχι. Αναστέναξε βαριά, έριξε μια ματιά στη βιτρίνα του μαγαζιού απέναντι και, διακρίνοντας τον πωλητή, βάδισε βιαστικά, με μεγάλες δρασκελιές, προς την πλατεία.
Στην πλατεία, ο αέρας ψιθύριζε αχνά. Εδώ κι εκεί υπήρχαν καρέκλες για όσους είχαν κουραστεί μετά από έναν μεγάλο περίπατο. Ο Ανρί πρόσεξε πως σχεδόν όλες ήταν άδειες. Παρόλο που ήταν καθημερινή, το πάρκο ήταν γεμάτο περιπατητές. Μητέρες με ένα καροτσάκι στο ένα χέρι και ένα μωρό στο άλλο κουβέντιαζαν θερμά για κάτι. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένοι στρουθοκάμηλοι βάδιζαν αργά και ήσυχα. Κάποτε έτρεχαν γρήγορα, σκέφτηκε ο Ανρί. Άρχισε να νιώθει μια θλίψη (πράγμα συνηθισμένο για τους καλλιτέχνες), όμως αμέσως η προσοχή του στράφηκε αλλού (κι αυτό συνηθισμένο για τους καλλιτέχνες), σε μια τεράστια καμηλοπάρδαλη.