Η Σκου, το σκουλήκι σήμερα
δεν είναι ο εαυτός της σίγουρα.
Έχει τα μούτρα της κατεβασμένα,
μέχρι το πάτωμα είναι πεσμένα.
Είναι μήπως μουτρωμένη ή απείρως θυμωμένη;
Βββρρρ κάνει όλη την ώρα τσατισμένη.
Α, δίχως αμφιβολία
κάτι πάει στραβά από πρωία.
Από κοντά πάντως δεν μου φαίνεται καλά
και να την πλησιάσω φοβάμαι ειλικρινά.
Κάτι πράγματι της φταίει,
μα σε κανέναν δεν το λέει.
Από την υπόγεια στοά της
όπου βρίσκεται η φωλιά της,
φουριόζα κι αναμμένη μπαίνει,
αλαφιασμένη και κλαμένη βγαίνει.
Παράξενοι θόρυβοι ακούγονται από μέσα,
μια φωνή βαρύτονου ξεχωρίζει δίχως μπέσα,
που συνεχώς αυξάνονται
και αίφνης ξεπετάγονται
ρόλερ, χούλα χουπ, σερπαντίνες και πατίνια
σαν πελώρια κουρκουμπίνια.
Κάτι μάλλον ψάχνει με μανία,
αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια ακαταστασία.
Με βήμα γοργό εν-δυο πάει δίπλα,
του τυφλοπόντικα βροντά τη βίγλα.
Πραγματικά αγριεμένη,
με ένα ρόπαλο στο χέρι τού μιλά αφηνιασμένη.
«Οχ, πάλι τα ίδια άρχισαν οι δυο άσπονδοι εχθροί,
με τα καμώματά τους θα αναστατώσουν πάλι όλη την περιοχή.
Ούτε μια μέρα ανακωχή δεν κάνουν οι τρελοί,
για να γλιτώσουμε κι εμείς τα ζώα, οι φουκαράδες,
απ’ τα μπουγέλα τους κι απ’ τις αγριάδες».
«Ε, καπετάν Φασαρία! Μα τον Άδη,
θα σου το σπάσω το κεφάλι!
Αν δεν σταματήσεις τώρα αμέσως την ορθοφωνία,
ούτε ο πάπας δεν νομίζω ότι θα σε σώσει!»
του φώναξε η Σκου όλο σημασία.