Η Μαρία ξυπνά από τις φωνές που αντηχούν μέσα στο σπίτι. Όχι ακριβώς φωνές. Ήχοι. Βαβούρα. Ακούει τη μουσική. Είναι πέντε χρονών. Το νιώθει στα πόδια της που μόλις φτάνουν να πατήσουν στο πάτωμα όταν κάθεται στο κρεβάτι.
Σηκώνεται, νυσταγμένη και μπερδεμένη. Το σαλόνι γεμάτο κόσμο. Δεν αναγνωρίζει κανέναν. Μερικά πρόσωπα της φαίνονται οικεία αλλά με τρόπο ενοχλητικό – σαν φωτογραφίες από παλιά, που τις έχεις δει πολλές φορές χωρίς να θυμάσαι πού.
Όλα φωτεινά, η μουσική γλιστρά στον αέρα μαζί με τα γέλια και τα ποτήρια που τσουγκρίζουν. Κι όμως, κάτι την πιέζει στο στομάχι. Ένα βάρος, σαν πέτρα. Δεν ανήκει εκεί. Είναι αόρατη. Μόνη. Όλοι μιλούν, γελούν, περνούν δίπλα της...κανείς δεν της ρίχνει ένα βλέμμα.
Διάολε... Όλοι αυτοί στο σπίτι μου κι ούτε ένας δεν με κοι-
τάζει, σκέφτεται. Το βλέμμα της πέφτει στο παράθυρο. Έχει νυχτώσει. Πάει να κλείσει το παντζούρι. Τα βήματά της βαριά, σαν να τη
ρουφά το πάτωμα. Σπρώχνει ανθρώπους. Την προσπερνούν.
Λες κι είναι αόρατη.
Το σκοτάδι έξω... δεν είναι απλά νύχτα. Είναι κάτι άλλο. Κάτι πηχτό, ασφυκτικό. Δεν υπάρχει φεγγάρι, κι όμως ήξερε ότι θα είχε πανσέληνο απόψε. Αυτό είναι το παράλογο: ένα πεντάχρονο δεν ξέρει πότε έχει πανσέληνο. Εκείνη όμως ήξερε.
Κάτι κινείται μέσα στο σκοτάδι. Δεν το βλέπει καθαρά, αλλά το ακούει. Ένας ήχος. Παράξενος. Πιο δυνατός απ’ τη μουσική. Ύπουλος. Φτερούγισμα. Όχι πουλιών. Κάτι άλλο. Πολλά μαζί. Σκοτεινά.
Ξαφνικά όλα σβήνουν. Ο κόσμος, οι φωνές, το φως. Όλα εξαφανίζονται. Μένει μόνη της. Μόνη της, με το σκοτάδι και τον ήχο. Πλησιάζει. Τρέμει, αλλά προχωρά. Απλώνει το χέρι.
Να κλείσει το παντζούρι. Όπως κάνει κάθε φορά όταν φοβάται.
Μέσα από τη μαυρίλα, ξεπροβάλλει ένα χέρι. Μαύρο. Νύχια μακριά, γαμψά, βρόμικα. Την αρπάζει με δύναμη και τη σέρνει μέσα. Όχι μέσα στο δωμάτιο. Μέσα στο σκοτάδι. Στην απουσία. Στη λήθη. Ξυπνά. Ιδρωμένη. Στην ενήλικη ζωή της, στο τώρα. Και μαζί της ξυπνά και κάτι άλλο.
Τι ήταν αυτό που είδε; Ήταν όνειρο; Ήταν τόσο αληθινό...
τόσο απελπιστικά ρεαλιστικό, που ακόμη νιώθει το βάρος του
πάνω της. Κοιτάζει την μπλούζα της – βαριά από τον ιδρώτα, κολλημένη στο δέρμα. Μέσα στο λιγοστό φως, βλέπει ένα μικρό σκίσιμο. Δεν θυμάται να υπήρχε. Το μυαλό της θολώνει. Η λογική παλεύει να αναδυθεί, μα κάθε προσπάθεια χάνεται στο κενό.
Σηκώνεται. Τα πόδια της βαριά, σαν να πατά μέσα σε βούρκο. Πάει αργά στην τουαλέτα. Κατουράει. Είναι αστείο, σχεδόν γελοίο, κι όμως, αυτή η πράξη την τραβά πίσω στην πραγματικότητα. Ρίχνει μια ματιά στο ρολόι: 03:31, ξημερώματα. Η σιωπή τριγύρω είναι πηχτή, υγρή. Μόνο ο ήχος από τα ξύλινα πατώματα που τρίζουν κάτω από τα βήματά της της θυμίζει ότι έχει ξυπνήσει.
Η Μαρία μόλις είχε κλείσει τα τριάντα ένα. Όταν τέλειωσε τις σπουδές της, είχε σταθεί αρκετά τυχερή και ικανή συνάμα. Είχε βρει κατευθείαν δουλειά σε μια πολυεθνική. Είχε ξεκινήσει από χαμηλά, αλλά με κόπο και προσπάθεια είχε ανελιχθεί. Τώρα βρισκόταν στο τμήμα marketing, σε μια αρκετά καλή θέση. Η δουλειά ήταν απαιτητική, πολλές ώρες και συνεχές τρέξιμο. Τις περισσότερες μέρες γύριζε σπίτι της εξαντλημένη. Ήταν κάτι που όλοι γύρω της το είχαν αποδεχτεί σαν κανονικότητα. Στην αρχή δεν την πείραζε ιδιαίτερα, αλλά τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να την κουράζει. Προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, όμως, όσο περνούσαν οι μέρες, η κούραση γινόταν όλο και πιο έντονη – όχι μόνο στο σώμα της αλλά και στη διάθεση, όπως συμβαίνει σε πολλούς με μια δουλειά που δεν τους γεμίζει ή δεν τους κάνει πραγματικά χαρούμενους. Κάποιες φορές αναρωτιόταν αν αυτή ήταν η ζωή που
είχε φανταστεί για τον εαυτό της.
Νοίκιαζε ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία. Το σπίτι της ήταν όμορφο, προσεγμένο και φωτεινό. Μπαίνοντας, έβλεπες το σαλόνι. Είχε ξύλινο πάτωμα. Ένας μεγάλος καναπές βρισκόταν στην ευθεία της πόρτας, με ένα τραπεζάκι μπροστά του. Κάδρα κρέμονταν στους τοίχους. Ακριβώς αποπίσω, κάθετα στον χώρο, υπήρχε μια τραπεζαρία και, δίπλα της, μια μεγάλη μπαλκονόπορτα, που έβγαζε σ’ ένα μπαλκόνι προσεγμένο, με ένα τραπεζάκι, δύο καρέκλες και μπόλικες γλάστρες. Έμενε στον τρίτο όροφο και είχε θέα σ’ έναν σχετικά ήσυχο, κατάφυτο δρόμο. Συνεχίζοντας στο σπίτι, μετά τον καναπέ υπήρχε ένας μικρός διάδρομος. Στα δεξιά του ήταν η κουζίνα, μικρή αλλά λειτουργική, απέναντι το υπνοδωμάτιο και στο βάθος το μπάνιο. Υπήρχε κι ένα μικρό δωματιάκι ακόμα, που το είχε κάνει χώρο αποθήκευσης.
Η γειτονιά ήταν ήσυχη, με δέντρα και χαμηλά σπίτια, ευχάριστη να ζεις. Κι η πολυκατοικία, αν και παλιά, καθαρή και καλοδιατηρημένη. Οι γείτονες ως επί το πλείστον διακριτικοί –άλλοι μεγαλύτερης ηλικίας, άλλοι νεότεροι– αλλά κανείς ιδιαίτερα κοινωνικός. Το ξύλινο πάτωμα έτριζε σε κάθε της βήμα. Στην αρχή τη δυσκόλευε, τώρα πια της φαινόταν φυσιολογικό. Ίσως, κάποιες νύχτες, της έκανε και λίγη συντροφιά.
Η Μαρία είχε χωρίσει περίπου έναν χρόνο νωρίτερα. Λίγο καιρό μετά, άρχισε να βγαίνει με διάφορους άντρες που γνώριζε κυρίως μέσα από εφαρμογές. Έκανε συχνά σεξ, κάποτε καλό, μα συνήθως απλώς αδιάφορο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς έμοιαζαν να νοιάζονται μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση. Για την τελευταία της σοβαρή σχέση, αν ρωτούσες κάποιον από το περιβάλλον της, θα σου έλεγε πως ήταν «καλό παιδί». Και, ναι, φαινομενικά ήταν. Ήξερε να στήνει προς τα έξω την εικόνα του σωστού και ήρεμου ανθρώπου. Μόνο που, για τη
Μαρία, αυτό δεν ήταν αρκετό· δεν υπήρχε ουσιαστική σύνδεση μεταξύ τους.
Εκείνος δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ από την «ασφάλεια» του σπιτιού του, βολεμένος σε μια καθημερινότητα που τον καθησύχαζε. Η Μαρία, αντίθετα, ήθελε να ζει, να κινείται, να γεμίζει τη μέρα της με φίλους, βόλτες και γέλια. Με τον καιρό, αυτή η αντίθεση άρχισε να γεννά μέσα του ζήλια. «Με ποιους θα πας;» «Τι; Αυτό θα φορέσεις;» Ερωτήσεις που έπεφταν σαν μαχαιριές κάθε φορά που εκείνη ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα. Το ποτήρι ξεχείλισε τη μέρα που της ζήτησε τους κωδικούς
του κινητού της και των social media. Άδικα προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι αυτά ήταν προσωπικά δεδομένα. «Μιλάς με άλλους, γι’ αυτό δεν θες να τα ξέρω, έτσι;» Όταν εκείνη αρνιόταν, αυτός φώναζε. Γινόταν επιθετικός, σχεδόν απειλητικός. Δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω της, αλλά η ψυχολογική βία ήταν έντονη και συνεχής.