Πάνω από τις κορυφές
το καθάριο νερό του τεράστιου και σιωπηλού ματιού
κοιτάζοντας πίσω, καθρεφτίζοντας τον εαυτό του
πάνω απ’ τις κορυφές
*
Ένα τρελό εκκλησιαστικό όργανο. Ο εγκέφαλος χύνει
τους καταρράκτες του από οράματα και ήχους,
τα θηριοτροφεία και οι ιστορίες, τους χρόνους από άνθρακα
και πλατίνα, το μέλι και το γάλα και το πετρέλαιο,
κοιτάζοντας πίσω, αλφάβητα, αντικατοπτρισμούς, νιρβάνες,
και πλατιούς κόλπους και σκοτεινά δάση,
αμφιθέατρα και λαβύρινθους γεμάτους νερό, μαζεύοντας
όλα τα δευτερόλεπτα σε απέραντους σωρούς άμμου,
στο γιγάντιο δέλτα του κέντρου
στην κρυμμένη, σκοτεινή μήτρα
*
κοιτάζοντας πίσω,
φως και μόλυβδος, μακριά ουρά,
λάσπες, αυγές, ανεμοστρόβιλοι,
σκουριά και σκόνη πάνω από ηπείρους και νησιά,
παλίρροιες, άμπωτες, μπλε νεφελώματα,
παρηκμασμένες ευρώπες, παραληρηματικές ασίες,
ξερά χόρτα και φτερά, φωνήεντα και γράμματα,
κοιτάζοντας πίσω, μακριά ουρά, πλανήτης –
κομμένο κεφάλι, ριγμένο ζωντανό στο σύμπαν –
στο ευρύχωρο δέλτα του κέντρου,
στη σκοτεινή δίνη
*
Πάνω από τις κορυφές, κοιτάζοντας τον εαυτό του,
ο εγκέφαλος θυμάται, τρώει από τον ίδιο του τον εαυτό –
καυτές ουτοπίες, σαρκοβόροι πολιτισμοί,
σας έντυσα με λαμπρότητα και πορφύρα,
φλεγόμενους εφιάλτες, σκοτεινές σκηνογραφίες,
σας έθρεψα με σάρκα, λέμφο και αίμα –
απ’ έξω, κοιτάζοντας τον εαυτό του, ο εγκέφαλος, μια μεγαλοπρεπής
αυτοδάδα,
ακούγεται το σπασμωδικό του παραλήρημα