Ράβε ξήλωνε
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-390-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 9/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Ισλανδική
Ενιαία τιμή έως 30/3/2028
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 275 γρ., 208 σελ.
Περιγραφή
Πώς ένα κειμήλιο γίνεται ανεκτίμητος θησαυρός;

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Σιγκουρλίνα βρίσκεται σε δεινή θέση. Ορφανή από μητέρα, μεγαλώνει πλάι σε έναν εκκεντρικό πατέρα που έχει την απαίτηση να αφιερώσει τη ζωή της βοηθώντας τον να καταγράψει ισλανδικά αρχαιολογικά ευρήματα.

Όμως, η Σιγκουρλίνα ονειρεύεται μόρφωση και περιπέτεια. Έπειτα από μια οδυνηρή εμπειρία, αποφασίζει να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Το σκάει από το Ρέικιαβικ παίρνοντας μαζί της ένα ιστορικό κειμήλιο από τη συλλογή του πατέρα της. Μέσα από μια σειρά απίστευτων γεγονότων, το πολύτιμο αντικείμενο παρουσιάζεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, ενώ οι αρχές της Ισλανδίας ξεκινούν έρευνα για την κλοπή του.

Μια κωμικοτραγική ιστορία για τη διαφύλαξη των πολιτιστικών θησαυρών, μια ενδιαφέρουσα ματιά στις συμπτώσεις που καθόρισαν την Ιστορία και ένα απρόσμενο αφήγημα με συνεχείς ανατροπές της ανθρώπινης μοίρας.

Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2021

Ο θόρυβος ερχόταν από τον κάτω όροφο. Ένα παράξενο μουρμούρισμα ανθρώπινων φωνών. Προς στιγμήν, ήμουν βέβαιη ότι ονειρευόμουν, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν. Τότε άκουσα δίπλα μου το χαμηλόφωνο ροχαλητό της γιαγιάς μου. Έτσι κατάλαβα ότι ήμουν ξύπνια. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, σύρθηκα πάνω από το μικροσκοπικό της σώμα και γλίστρησα στη σοφίτα με το πρόσωπό μου να προεξέχει διστακτικά από το άνοιγμα του κεφαλόσκαλου.

Μέσα από τον καπνό του ταμπάκου που γέμιζε το σαλόνι, είδα έναν ηλικιωμένο άντρα να κάθεται στον καναπέ δίπλα σε μια νεότερη γυναίκα. Ο άντρας φορούσε ένα καφέ σακάκι και μια μπλε γραβάτα· η γυναίκα είχε ένα πράσινο παλτό και απο κάτω, μια μπλούζα με ιβουάρ δαντέλα γύρω από τον λαιμό. Ο γέρο-Μαγκνούς καθόταν απέναντί τους· ο Γκλούντλουχ στεκόταν δίπλα στην καφετιέρα και γέμιζε ένα φλιτζάνι. Ο μπαμπάς ήταν στην καρέκλα κάτω από το παράθυρο κι η μητέρα καθόταν στο μπαούλο δίπλα του, λίγο πιο πέρα από τον καπνό και τον άντρα που μονολογούσε ώσπου μια νεαρή γυναίκα με δαντέλα
να του πει κάτι κι ύστερα να δείξει την κούπα του καφέ της. Φαινόταν να απευθύνεται στη μαμά μου, η οποία συνέχιζε να χαμογελάει και να γνέφει μ’ έναν τρόπο που δεν αναγνώριζα. Για την ακρίβεια, η εμφάνιση της μαμάς μου μού έμοιαζε κάπως αλλόκοτη, η πλάτη της ασυνήθιστα καμπουριασμένη όπως στηριζόταν στον τοίχο του σαλονιού. Μετά, όμως, ανακάθισε όσο ο μπαμπάς μου έλεγε κάποια λόγια που ήξερα ότι απαντούσαν στις ερωτήσεις της ξένης γυναίκας. Όταν σταμάτησε να μιλά, οι δύο επισκέπτες σηκώθηκαν για να φύγουν, με τον Μαγκνούς και τον μπαμπά να τους ακολουθούν έξω. Τότε μπόρεσα να δω καλύτερα το ρούχο της γυναίκας: η φαρδιά της φούστα ξεχυνόταν από τη μικροσκοπική της μέση και λικνιζόταν προς κάθε κατεύθυνση καθώς γλιστρούσε στο πάτωμα του σαλονιού. Σύρθηκα πάλι πίσω στο πάτωμα, σκαρφάλωσα ξανά πάνω από τη γιαγιά για να φανεί πως κοιμάμαι του καλού καιρού, την ώρα που η μαμά χάιδεψε το μάγουλό μου. Ακούμπησε απαλά τον δείκτη της στην άκρη της μύτης μου. Καταλάβαινε ότι ήμουν ξύπνια.

Το επόμενο πρωί, κανείς δεν ανέφερε τη βραδινή επίσκεψη κι εγώ δεν ρώτησα. Δεν ρώτησα γιατί δεν χρειαζόταν να μάθω κάτι. Η ανάμνηση εκείνης της ξένης μυρωδιάς ήταν αρκετή για μένα· η εικόνα των ανθρώπων, ο τρόπος με τον οποίο η επίσκεψη είχε κάνει το μικρό μας σαλόνι να μοιάζει μεγαλύτερο από εκείνη τη νύχτα κι έπειτα. Ωστόσο, δεν περνούσα κιόλας όλο μου τον καιρό σκεπτόμενη τους παράξενους επισκέπτες· στην πραγματικότητα, είχα σχεδόν ξεχάσει την επίσκεψή τους, ώσπου μια μέρα του καλοκαιρού, ενώ βοηθούσα τη μαμά μου με τις δουλειές του σπιτιού, έπεσε το μάτι μου σε μια μικρή, πολύχρωμη φωτογραφία που βρισκόταν πάνω σε μια στοίβα χαρτιών στο γραφείο
του μπαμπά. Κειτόταν πάνω σε κάποιους κλειστούς φακέλους. Μια καρτ-ποστάλ. Ακούμπησα κάτω το πανί με το οποίο καθάριζα και κράτησα τη φωτογραφία μπροστά μου με τα δύο χέρια:

Κάπου, σε μια μεγαλούπολη, κοντά στο σούρουπο, μεγαλοπρεπείς νιφάδες χιονιού έπεφταν στη γη, φως απαστράπτον παντού. Ένα μικρό κορίτσι τραβούσε τη μητέρα της προς τη βιτρίνα ενός καταστήματος για να της δείξει έναν μεγάλο τάρανδο. Ένας άντρας με μαύρο ψηλό καπέλο και παλτό με γούνινο γιακά, κρατούσε ένα ογκώδες πακέτο κι είχε μαζί του τη γυναίκα του. Πίσω τους, ένας νεαρός άντρας έσερνε ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ενώ στην άλλη πλευρά του δρόμου, αγόρια έφτιαχναν χιονόμπαλες για να τις πετάξουν στην αστραφτερή μαύρη ιππήλατη άμαξα που περνούσε. Όλοι ήταν απασχολημένοι με κάποια δραστηριότητα, αλλά είχαν παγώσει στη
μέση της κίνησής τους. Όλοι πλην της νεαρής γυναίκας στη δεξιά γωνία της φωτογραφίας. Αυτή έμοιαζε να έχει ακινητοποιηθεί προτού παγώσει η εικόνα και δεν υπήρχε κανένας τρόπος να καταλάβει κανείς κατά πόσον κατευθυνόταν στην απέναντι μεριά του δρόμου ή προχωρούσε κατά μήκος του. Φορούσε ένα σκούρο μπλε παλτό κι είχε ένα μικρό κόκκινο καπέλο στο κεφάλι· τα χέρια της βρίσκονταν μέσα σ’ ένα καφετί ψεύτικο μανσόν που κρατούσε σφιχτά πάνω στο στομάχι της. Το πρόσωπό της ήταν πολύ πιο καθαρό από των άλλων στην καρτ-ποστάλ· έδειχνε σαστισμένη.

Αναρωτιόμουν αν ήταν μόνη της όταν συνειδητοποίησα ότι η μαμά στεκόταν πίσω μου. Έσκυψε κι ακούμπησε το πηγούνι της στον ώμο μου. Με την άκρη του ματιού, την είδα να χαμογελά και μου είπε πως αυτή η χριστουγεννιάτικη κάρτα είχε αργήσει λιγάκι στο ταξίδι της. Ύστερα, ίσιωσε το κορμί της και συνέχισε το καθάρισμα. Γύρισα την κάρτα από την άλλη πλευρά. Απευθυνόταν στον Μπραντ Τζόνσον, όμως, στην επάνω γωνία υπήρχε η διεύθυνση του αποστολέα: Νέα Υόρκη, 15 Δεκεμβρίου1879. Ο γραφικός χαρακτήρας  ήταν δυσανάγνωστος και τσαπατσούλικος, και φυσικά δεν καταλάβαινα τίποτα απ’ ό,τι έγραφε. Ωστόσο, αισθανόμουν σαν να ήξερα από πού είχε έρθει η κάρτα.


Add: 2026-10-06 10:19:05 - Upd: 2026-10-06 12:16:54