Πάνω από το κουδούνι στην πόρτα του σπιτιού μου έχω κολλήσει ένα χαρτί που γράφει: «Τι είναι γυναίκα τελικά;» Η εποχή μας μοιάζει να μην έχει ξεκάθαρη απάντηση και αυτό είναι ίσως εκνευριστικό, ανακουφιστικό, παρήγορο ή επικίνδυνο.
Το βιβλίο αυτό δεν είναι μανιφέστο, δεν είναι μισανδρικό, δεν θα αρέσει σε όλους και όλες, δεν σκοπεύει να αλλάξει τον κόσμο. Είναι παθιασμένο, είναι φεμινιστικό, αρέσει ήδη στις αγαπημένες μου φίλες και άλλαξε ήδη εμένα. Άλλη ήμουν πριν ξεκινήσω να το γράφω.
Για να είμαι ειλικρινής, έβαλα στην σειρά αυτά τα διηγήματα (που ξεκίνησαν ως μηνιαία στήλη στο αγαπημένο free press Η Πόλη Ζει) για να γιατρέψω δικούς μου φόβους, ανησυχίες και τραύματα. Να με χαϊδέψω λιγάκι. Να απευθύνω μια ανοιχτή αγκαλιά σε όλα τα κορίτσια και σε όλες τις γυναίκες που μοχθούν, ονειρεύονται, ηττώνται και, καμιά φορά, νικούν. Όχι επειδή είναι κορίτσια και γυναίκες, αλλά επειδή είναι γαμάτοι άνθρωποι. Επειδή είναι Αλβανίδες καθαρίστριες, φτωχές τρανς, ολομόναχες κουκλάρες, φοβισμένες καριερίστες, ερωτευμένες απελπισμένες.
Λάμπουν διά της απουσίας ή της παρουσίας τους σε ζωές άλλων ανθρώπων. Δεν είναι τέλειες, δεν είναι αλάνθαστες, ούτε καν εγώ δεν συμφωνώ πάντα μαζί τους. Αλλά όλες τις αγαπώ. Όλες! Ιδίως αυτές που γνώρισα πρώτα στην αληθινή ζωή και ύστερα ακούμπησα με σεβασμό και φροντίδα στο χαρτί μου.
Κι αν στις αφιερώσεις του βιβλίου δεν υπάρχει η μαμά μου, αυτό δεν λέει κάτι. Ούτως ή άλλως, ό, τι γράφω, από παιδί, απευθύνεται, ευθέως ή εμμέσως, σε εκείνη: το πιο Νεγκλιζέ κορίτσι της πλάσης, την Γυναίκα της ζωής μου.