Ήταν μια δροσερή και καταπράσινη περιοχή. Η μυρωδιά της βροχής ήταν πάντα εκεί, ακόμα και αν έβρεχε σπάνια. Όταν η άνοιξη ερχόταν στις κοιλάδες, τότε η πλάση, εξαντλημένη και συρρικνωμένη από τον χειμώνα, μεγάλωνε και γινόταν και πάλι κατοικήσιμη, μα όποιος κοίταζε ψηλά στις βουνοκορφές ένιωθε την παγωνιά, ακόμα και το καλοκαίρι. Οι γάτες κυνηγούσαν στα λιβάδια, κάθονταν στα χορτάρια που φύτρωναν και περίμεναν τα ποντίκια, όπως ένας όμορφος θάνατος στη λιακάδα. Το χωριό ήταν τόσο μικρό που, όταν κοιτούσες τριγύρω, δεν ήσουν ποτέ σίγουρος αν οι πάντες γνωρίζονταν μεταξύ τους ή δεν ήξερε κανείς κανέναν, ούτε καν στο ίδιο του το σπίτι. Οι ηλικιωμένοι έλεγαν στα παιδιά ότι στον δρόμο πρέπει να χαιρετούν όλους τους άντρες, γιατί ποτέ δεν ήξεραν ποιος ήταν ο πατέρας τους. Σε κάθε σπίτι υπήρχαν μυστικά που οι πόρτες έκρυβαν από τα αδιάκριτα βλέμματα. Πίσω από μια τέτοια πόρτα μια οικογένεια περίμενε για χρόνια ένα κορίτσι που είχε εξαφανιστεί και πεταγόταν κάθε φορά που στον δρόμο περνούσε ένα ξένο παιδί με μπλε φόρεμα, ενώ πίσω από μια άλλη ένας άντρας ζούσε στο υπόγειο ανάμεσα στα εργαλεία του, αφού η γυναίκα του είχε φέρει στο σπίτι τον εραστή
της. Υπήρχαν σπίτια με παράθυρα που ήταν πάντα κλειστά και άνοιγαν μόνο όταν πέθαινε κάποιος, για να μπορέσει η ψυχή να φύγει, και έτσι οι κάτοικοι του χωριού αρκούσε να ρίξουν μόνο μια ματιά από τον δρόμο για να μάθουν πότε ο θάνατος μπαινόβγαινε σε αυτά τα σπίτια. Το ανοιγμένο παράθυρο ήταν το σύνθημα που περίμεναν οι γυναίκες για να πιάσουν μεμιάς το αλάτι και τη ζάχαρη, να αρχίσουν να ψήνουν και να αφήσουν γρήγορα ένα ζεστό γλυκό ψωμί στο πλατύσκαλο του σπιτιού, εκφράζοντας έτσι τα ειλικρινή τους συλλυπητήρια.
Οι Ντραχ ζούσαν στην άκρη εκείνου του μέρους, τόσο μακριά που δεν έβλεπες άνθρωπο, αν όμως περνούσες τη σωστή γωνία, τότε μπορεί και βρισκόσουν στο χολ του γείτονα. Το σπίτι που είχε κληρονομήσει η Λίλυ Ντραχ ύστερα από τον πρόωρο θάνατο των γονιών της ήταν όμορφο κατά έναν εντελώς ιδιότυπο τρόπο, όμως ήταν ημιτελές και βρόμικο. Δεν υπήρχαν τα οικονομικά μέσα για επισκευές και ανακαινίσεις, τα χρήματα ήταν τόσο λίγα που βασικά η κουβέντα δεν πήγαινε ποτέ εκεί και, αν το θέμα αναπόφευκτα έβγαινε στην επιφάνεια, δεν αργούσε να ξεσπάσει καβγάς. Αν το παρατηρούσες λίγο πιο προσεκτικά, έβλεπες πως είχε στραβώσει, σαν να είχε παραμορφωθεί από τον άνεμο, γέρνοντας μερικά εκατοστά, όμοιο με δέντρο ύστερα από μεγάλη καταιγίδα που δεν ξαναβρήκε ποτέ την όρθια θέση του. Έμοιαζε με κουκλόσπιτο, με την ξύλινη βεράντα του και τη γεμάτη φινέτσα σκάλα, με σχέδια τόσο περίτεχνα γι’ αυτήν την άγρια περιοχή όπου βρισκόταν το χωριό. Μια μεγάλη ομπρέλα άνοιγε το καλοκαίρι δίπλα στην είσοδο και τον χειμώνα έκλεινε, τυλιγμένη γύρω απ’ τον εαυτό της σε μια άκρη στις σκάλες, θυμίζοντας φρουρό.
Μόλις περνούσες την πόρτα, σ’ έπιανε μια μυρωδιά από παλιό ύφασμα, άρωμα και σκόνη. Το πάτωμα έτριζε σαν κατάστρωμα πλοίου μετά από λίγα βήματα, λες και περνούσες πάνω από ένα μυστηριώδες πιάνο, του οποίου οι σανίδες, σαν ξύλινα πλήκτρα, άλλοτε ηχούσαν και άλλοτε σώπαιναν, καθώς ο Αουγκούστ έτρεχε μέσα στα δωμάτια με τα γυμνά του πόδια, ίδιος θεριό, και πότε πότε έμπαιναν στα πέλματά του σκλήθρες, τις οποίες η μητέρα του αφαιρούσε χειρουργικά με μια βελόνα ραψίματος, φορώντας γυαλιά στη μύτη. Το σπίτι ήταν μια φτηνή εκδοχή της κάμαρας με τα μυστικά, με πολλή σαβούρα αλλά χωρίς θησαυρούς, που ο πατέρας προσπαθούσε κουτσά-στραβά να εκμεταλλευτεί εμπορικά. Τα Σαββατοκύριακα πήγαινε σε υπαίθρια παζάρια, φόρτωνε το μικρό φορτηγάκι ίσαμε πάνω κι ερχόταν πάλι πίσω με περίπου τόσα, καμιά φορά και περισσότερα, αν είχε ανακαλύψει κάτι που πίστευε ότι αλλού θα μπορούσε να πουλήσει ακριβότερα.
Το σπίτι ήταν τόσο φορτωμένο, που δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου χώρος για τους ενοίκους του, ήταν γεμάτο μέχρι την τελευταία του γωνιά με πράγματα απ’ το παζάρι, με περίεργα αντικείμενα και κειμήλια που κανείς δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί. Μερικά έπιπλα έμοιαζαν με φαντάσματα που άνοιγαν ένα παράθυρο σε αλλοτινούς κόσμους: η επενδεδυμένη με το χοντρό ύφασμα πολυθρόνα, στα φθαρμένα μπράτσα της οποίας έβλεπες άθελά σου το βάρος από τα χέρια της προηγούμενης ιδιοκτήτριας, το εμπριμέ πλαστικό τραπεζομάντιλο στο τραπέζι της κουζίνας, από την καμένη τρύπα του οποίου μπορούσες να περάσεις το μικρό σου δαχτυλάκι κι αμέσως νόμιζες ότι αισθανόσουν ακόμη τη φλόγα του τσιγάρου. Γύρω από το μακρύ τραπέζι υπήρχαν επτά διαφορετικές καρέκλες, λες κι ο καθένας που θα καθόταν εκεί χρειαζόταν το δικό του κάθισμα, προορισμένο αποκλειστικά γι’ αυτόν· στους τοίχους κρέμονταν εξώφυλλα δίσκων με νέον χρώματα πάνω σε λεπτά καρφιά. Σε ένα κλουβί δίπλα στο παράθυρο κάθονταν καναρίνια, πολύχρωμα σαν καραμέλες και κοιτάζονταν στους μικρούς κρεμαστούς καθρέφτες τους με το κεφάλι τους γερμένο· η μητέρα κοιτούσε και αυτή το κραγιόν της στο μικροσκοπικό είδωλο, καθώς τάιζε τα ζώα. Οι επιβλητικοί σταυροί των παραθύρων πίσω θύμιζαν στον Αουγκούστ τη θεατρική κίνηση του ιερέα κατά το κυριακάτικο κήρυγμα, το σημείο του σταυρού στο όνομα του Πατέρα, από πάνω προς τα κάτω και από αριστερά προς τα δεξιά, μια αιώνια ευλογία του τοπίου. Χώριζαν τη θέα, τον ουρανό, το περιβόλι με τις μηλιές σε ορθογώνια, πάνω στα οποία το μέσα έπεφτε πάνω στο έξω και όποιος τα κοιτούσε έβλεπε το λιβάδι μέσα από τα δακτυλικά αποτυπώματα στα τζάμια.
Παντού ανακάλυπτες μικρές λεπτομέρειες που σε άφηναν άναυδο, σε κάθε γωνιά κρυβόταν κάτι που δεν μπορούσες να βρεις σε άλλα σπίτια. Ο Αουγκούστ μελετούσε όλο ευχαρίστηση τις φωτογραφίες που κρέμονταν στον τοίχο της κουζίνας. Έβλεπες αυστηρά οικογενειακά πορτρέτα με παιδιά στοιχισμένα καθ’ύψος, διάφανες γυναίκες να αιωρούνται από το ταβάνι και τα πρόσωπά τους να ξεθωριάζουν στο βάθος. Ένα μικρό αγόρι ήταν όρθιο πάνω σε ένα τραπέζι, σαν κηροπήγιο, περιτριγυρισμένο από τις σκιές των αδελφιών του από το βασίλειο των νεκρών. Μια στολή εμφανιζόταν πίσω από ένα σοβαρό ζευγάρι από το υπερπέραν. Ήταν φωτογραφίες φαντασμάτων του περασμένου αιώνα, πράγματα από τα παζάρια που μέσα στις δεκαετίες είχαν περάσει τον Ατλαντικό, είχαν εξαφανιστεί από τη μία ήπειρο και είχαν βγει στην άλλη μέσα σε καφάσια της αγοράς κι εμαγιέ κατσαρόλες γεμάτες μέχρι πάνω. Έρχονταν από μια εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι φωτογραφικές μηχανές μπορούσαν να αποτυπώσουν ακόμα και εκείνα τα πράγματα που έμεναν κρυφά στο ανθρώπινο μάτι. Σίγουρα η φωτογράφιση φαντασμάτων δεν θεωρούνταν σοβαρή επιστήμη και ο τύπος που ασχολούνταν με θέματα αποκρυφισμού δεν είχε ενιαία άποψη για το αν κανείς μπορούσε να φωτογραφίσει πνεύματα, όμως η ανακάλυψη των ακτινών Χ, που ξεγύμνωναν τους ανθρώπους ως το κόκκαλο, είχε ενισχύσει την ιδέα ότι η νέα τεχνολογία θα έκανε ορατούς τους αόρατους κόσμους. Δημιουργήθηκε έτσι μια ιδιαίτερη βιομηχανία παραγωγής εικόνων για ευκολόπιστους ανθρώπους, μέσα στων οποίων τα πανάκριβα πορτραίτα άρχισαν, δίπλα στα πρόσωπά τους, να αιωρούνται φιγούρες, να κινούνται σεντόνια και να αχνοφαίνονται κούκλες βιτρίνας, όλα με μια αξιοπιστία που δύσκολα θα περίμενες από φαντάσματα. Επρόκειτο για μικρές αναστάσεις, γραφικές επικλήσεις νεκρών, που έφερναν τους πεθαμένους ξανά μέσα στον κύκλο της οικογένειας με τις σκηνοθετικές οδηγίες φωτογράφων, που το έκαναν πραγματικότητα.