ΝΟΥΒΕΛΑ
Μια χορεύτρια ακολουθεί ένα αυτοσχέδιο τελετουργικό προκειμένου να βγει στη σκηνή για την τελευταία της παράσταση. Διηγείται μια ιστορία που υφαίνει με τα νήματα της παιδικής της ηλικίας. Θα μπορούσε να είναι η ιστορία του σπιτιού που μεγάλωσε, του σπιτιού που είχε άπλετο χώρο για χορό και υλικό για μυθοπλασίες, του σπιτιού που οι συμμαθητές της αποκαλούσαν καταραμένο. Ήρωές της παλιοί ένοικοι που υποφέρουν και απολαμβάνουν με τρόπους ιδιαίτερους και μοναδικούς. Η ιστορία δεν πρέπει να τελειώσει, όχι μέχρι να βγει στη σκηνή. Εκεί είναι ασφαλής. Ξέρει καλά ότι ο χορός δεν τελειώνει, όχι όσο έχει στα πόδια της τις κόκκινες μπότες.
****
[…]Κάποια βράδια νομίζει ότι θα τρελαθεί. Αρχίζει να τρίβεται στον τοίχο. Τρίβεται άλλοτε σαν γάτα, άλλοτε σαν τίγρης, άλλοτε σαν λέαινα. Με την πλάτη, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα στήθια, με το πίσω μέρος του κεφαλιού, αλλού απαλά, αλλού εμμονικά. Κάποιες φορές βγάζει τα ρούχα της και σπρώχνει το καταπιεσμένο δέρμα της πάνω στην τραχιά του επιφάνεια, το τρίβει ρυθμικά και τότε το πρόσωπό της συσπάται, τα μάτια της κλείνουν, τα χείλη της ανοίγουν ελαφρά και οι πόροι του δέρματός της ζωντανεύουν, διαστέλλονται και ξαφνικά νιώθει να αναπνέει από παντού. […]
[…]Το βλέμμα του έχει κολλήσει στις κόκκινες μπότες. Θέλει να μάθει γι’ αυτές, θέλει να μάθει για τα πάντα πάνω της. Η φιγούρα του κορμιού της τον εξάπτει πρωτόγνωρα. Η κρυμμένη σάρκα τον εξιτάρει περισσότερο από τη γυμνή. Είναι σαν μια εξεγερμένη λύσσα να κυριεύει πρώτα τον εγκέφαλό του, έτοιμη να μεταναστεύσει παντού. Δε ρωτάει τίποτα. Δε βρίσκει τρόπο. […]
(Αποσπάσματα από τη νουβέλα)