Με γνωρίζεις.
Είμαι το βάρος που 'χεις κι απόψε στα βλέφαρα. Το νυχτικό της νύστας σου. Έρχομαι την ώρα που σβήνουν τα φώτα κι ανάβουν οι σκέψεις· οι εκκρεμότητες που έμειναν στη μέση, οι άνθρωποι που σου λείπουν, το ταβάνι που γίνεται οθόνη και παίζει από την αρχή τη μέρα που πέρασε.
Σε τούτη την ώρα γεννήθηκε το «Αντί καληνύχτας»· τα βραδινά κείμενα που ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής Μάνος Χατζημαλωνάς άρχισε να μοιράζεται στα κοινωνικά δίκτυα και που, απροσδόκητα, έγιναν βραδινή συνήθεια για χιλιάδες άγρυπνους. Τώρα γίνονται βιβλίο.
Κείμενα γραμμένα να διαβάζονται με μισόκλειστα μάτια, για τις σχέσεις, τη μοναξιά, το άγχος, τη μνήμη, το σώμα· για όσα ξυπνούν όταν η μέρα σωπαίνει.
Ιστορίες όπου μύθοι και άνθρωποι περνούν κι εκείνοι τη δική τους νύχτα - με τους άλλους, με τον τόπο, με τον χρόνο, με τη μοναδικότητά τους.
Μη με διαβάσεις σαν βιβλίο. Κράτησέ με σαν μικρή βραδινή τελετουργία. Ένα κείμενο τη βραδιά.
Γιατί όλοι έχουμε νύχτες που χρειαζόμαστε κάποιον να μας κρατά το χέρι. Έστω νοερά. Έστω από μακριά. Κι ας είναι με λέξεις.
Άσε λοιπόν τις συσκευές μακριά από το κομοδίνο και κράτησε εμένα. Και κάθε που φτάνεις στην τελευταία γραμμή, θα βρίσκεις το θάρρος να στείλεις κι εσύ ένα δικό σου «αντί καληνύχτας» σε κάποιον που το έχει ανάγκη.
Πέρασε.