Τσουπ
Το αδύνατο είναι μόνο μια λέξη
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88677-0-3
Noėma, Αθήνα, 8/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Ρουμανική
Ενιαία τιμή έως 26/2/2028
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
17 x 24 εκ., 96 σελ.
Περιγραφή

Αυτή είναι η ιστορία της Τσουπ, του μικρού κορυδαλλού που γεννήθηκε χωρίς φτερά, κι όμως κατάφερε τόσα! Μαζί με τους φίλους της, τη σοφή κουκουβάγια Μπου, τον Άκι το κοράκι, τον Κεραυνό το σαλιγκάρι, η γενναία και μεγαλόκαρδη Τσουπ όχι μόνο δεν το έβαλε κάτω, αλλά έσωσε ολόκληρο το δάσος!

Ένα βιβλίο που μας μαθαίνει πόσο σημαντικό είναι να μην κρίνουμε ποτέ τους γύρω μας από την εξωτερική τους εμφάνιση, να πιστεύουμε στον εαυτό μας και να μην χάνουμε την ελπίδα μας, ούτε όταν όλα μας φαίνονται βουνό.


Το πρωί που άλλαξε ο κόσμος

 

 

 

Παιδιά, αν σας έλεγα ότι ένα μικρό κορυδαλλάκι που γεννήθηκε χωρίς φτερά έσωσε τη ζωή όλων των ζώων σε ένα δάσος, θα με πιστεύατε; Ζουζούνια, σας το λέω, έτσι έγινε στ’ αλήθεια. Κι αν είστε περίεργοι και θέλετε να μάθετε τα πάντα, καθίστε, σας παρακαλώ, άνετα και ακούστε την ιστορία της Τσουπ.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πυκνό και όμορφο δάσος. Σ’ αυτό το δάσος οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμη κόψει τα δέντρα. Εκεί όλα τα ζώα και τα πουλιά ζούσαν αρμονικά και ευτυχισμένα. Σε μια άκρη του δάσους, σε ένα ξέφωτο, έχει φτιάξει τη φωλιά της μια κορυδαλλίτσα. Ναι, καλά ακούσατε, εκείνο το μικρό πουλάκι που ξέρει να τραγουδάει τόσο όμορφα όσο λίγα άλλα πουλιά στον κόσμο. Κάθε πρωί, η κορυδαλλίτσα πετούσε ψηλά στον ουρανό, ως τον ήλιο, και κελαηδούσε. Ο ήλιος χαιρόταν να την ακούει κάθε φορά που ανέτελλε και, για να την ευχαριστήσει, έντυνε το δάσος με ένα απαλό φως, τυλίγοντας όλα τα πλάσματά του με τις ζεστές του ακτίνες.

Όσο πιο ευτυχισμένη και ανέμελη ήταν η κορυδαλλίτσα τόσο πιο όμορφα τραγουδούσε. Στη φωλιά της φυλούσε έξι αυγά, τα οποία πρόσεχε σαν τα μάτια της, και μέχρι να βγουν οι νεοσσοί από αυτά η ίδια ήταν λες και καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Ένα πρωί συνέβη το θαύμα, αμέσως μόλις το πουλί είχε κελαηδήσει, όπως συνήθισε, στον ήλιο. Τα νεογέννητα πτηνά άρχισαν να βγαίνουν ένα ένα από τα αυγά, να φωνάζουν ζωηρά και να τεντώνουν τα πεινασμένα ραμφάκια τους για φαγητό. Όχι όμως όλα. Μόνο πέντε. Το έκτο αυγό κουνιόταν μέσα στη φωλιά, κυλιόταν πέρα δώθε, σαν να προσπαθούσε το πουλάκι μέσα του με όλες του τις δυνάμεις να σπάσει το τσόφλι, αλλά δεν είχε τη δύναμη να το κάνει. Η κορυδαλλίτσα το κοίταζε με αγωνία, με κομμένη την ανάσα. Πήρε την απόφαση να βοηθήσει τον νεοσσό να βγει στο φως χτυπώντας καλά καλά το τσόφλι του αυγού για να το σπάσει. Ένα κομμάτι αποκολλήθηκε και η κορυδαλλίτσα είδε ευτυχισμένη το τελευταίο της πουλί, ένα κοριτσάκι, να βγάζει το κεφαλάκι του στο φως. Αλλά πάλι δεν μπορούσε να βγει από το τσόφλι. Τότε η μαμά του πήρε ένα ένα τα κομμάτια από το τσόφλι γύρω του και ο νεοσσός απελευθερώθηκε με μια τελευταία προσπάθεια. Εκείνη τη στιγμή, η χαρά έσβησε και έμεινε η θλίψη. Αν και κελαηδούσε χαρούμενα, το μικρό δεν είχε φτερούγες, και τα ποδαράκια του ήταν κοντά, πάρα πολύ κοντά. Τα αδελφάκια του πηδούσαν χαρούμενα μέσα στη φωλιά, αλλά αυτό μετά βίας κουνιόταν.

Η κορυδαλλίτσα, μάνα καλή, προσπαθούσε να φροντίσει όλα τα μικρά της. Ακόμα κι αν τα πέντε που είχαν φτεράκια τρέχανε πέρα δώθε αλλά η μικρή έμενε περισσότερο στη φωλιά. Κάθε πρωί, η μαμά τους έφερνε σπόρους και τάιζε όλα τα μικρά της, ένα ένα, για να μη μείνει πεινασμένο κανένα παιδί. Όταν έπεφτε το βράδυ τραγουδούσε σε όλα πριν κοιμηθούν.

 

 


 

Ο Μπου η κουκουβάγια, ο εφιάλτης του δάσους

 

 

 

Η μικρούλα ήταν η πρώτη που έσπευδε να υποδεχτεί τη μαμά κάθε φορά που επέστρεφε στη φωλιά. Χοροπηδούσε χαρούμενη στα κοντά της ποδαράκια, κι έτσι η κορυδαλλίτσα της έδωσε το όνομα Τσουπ.

Μια μέρα, η Τσουπ ρώτησε:

«Μανουλίτσα μου, εσύ τραγουδάς στον ήλιο κάθε πρωί;»

«Ναι, αγάπη μου, κάθε πρωί».

«Γιατί;»

«Τον ευχαριστώ για το φως και τη θαλπωρή που μας δίνει, για τις στιγμές που είμαστε μαζί, τον ευχαριστώ για τη μέρα που ξεκινά και για τη νύχτα που πέρασε χωρίς τον Μπου, τον εφιάλτη του δάσους. Τον ευχαριστώ που πέρασε ακόμα μια νύχτα που γλιτώσαμε».

«Τι είναι... ο Μπου, ο εφιάλτης του δάσους;»

«Ο Μπου είναι μια τρομακτική σκιά, μεγάλη, ολόμαυρη, με δύο στρογγυλά μάτια που είναι σαν να πετάνε φωτιές στο σκοτάδι. Έχει μακριά, δυνατά νύχια και ένα πολύ μυτερό ράμφος. Κάθε νύχτα, ο Μπου τρώει τα ζωάκια και τα μικρά πουλιά που δεν μένουν ήσυχα στις φωλιές τους».

«Τον είδες εσύ, μανούλα μου, να κάνει κάτι τόσο τρομερό;»

«Ωωω, αν τον έβλεπα δεν θα ήμουν πια εδώ μαζί σου. Όχι, δεν τον είδα, αλλά όλοι στο δάσος το ξέρουν. Προσέξτε τον Μπου, τον εφιάλτη του δάσους!»

Η Τσουπ και τα αδελφάκια της άκουγαν τρομαγμένα. Χαίρονταν που είχαν τη μαμά τους να τα προστατεύει, να τους λέει πότε πρέπει να κρυφτούν στη φωλιά ή πότε μπορούν να βγουν έξω να παίξουν.

Όμως για την κορυδαλλίτσα γινόταν όλο και πιο δύσκολο να φροντίζει όλα τα παιδιά. Αυτά που είχαν φτερά άρχισαν να παίζουν έξω από τη φωλιά όλο και πιο συχνά, να πίνουν τη δροσιά που είχε πέσει στα φύλλα ή να τρώνε μυρμηγκάκια. Το μικρό κοριτσάκι, που δεν είχε φτεράκια, μόλις που κατάφερνε με τα κοντά ποδαράκια του να φτάσει στην άκρη της φωλιάς όπου η μαμά του μάζευε δροσιά μέσα σε ένα σπασμένο βελανίδι. Με την καρδιά της χίλια κομμάτια, η κορυδαλλίτσα κατάλαβε ότι δεν θα κατόρθωνε να φροντίσει όλα τα πουλάκια της. Αν έμενε δίπλα στο ανήμπορο παιδί της για να το φροντίσει, δεν θα μπορούσε να προσέχει τα αδελφάκια του. Γιατί ήταν όλα κάπως ανήσυχα, όπως είναι τα μικρά παιδιά, και θα έμπλεκαν σε μπελάδες όλη την ώρα.

Έπρεπε να διαλέξει να σώσει μια ζωή, εκείνη της Τσουπ ή αυτές των άλλων πέντε νεοσσών.


 

Από μόνη της

 

 

 

Ένα πρωί, η κορυδαλλίτσα δεν πέταξε προς τον ήλιο και δεν κελάηδησε. Ήταν τόσο λυπημένη όσο ποτέ στη ζωή της. Είχε αποφασίσει να φύγει μαζί με τα πέντε γερά πουλάκια της και να αφήσει την Τσουπ στη φωλιά. Ένιωθε πως η καρδιά της είχε γίνει θρύψαλα, αλλά ήλπιζε πως κάποιο πουλί, ψάχνοντας φωλιά, θα την έβρισκε εκεί και θα την πρόσεχε, και ίσως ακόμα και να την αγαπούσε. Πριν ανατείλει ο ήλιος, ενώ η Τσουπ ακόμη κοιμόταν, η κορυδαλλίτσα πήρε τα μικρά της και πέταξε μακριά.

Η μικρούλα ξύπνησε αργά. Ο ήλιος είχε ανατείλει ώρα τώρα, αλλά δεν έλαμπε όπως άλλοτε. Έμοιαζε λυπημένος. Η Τσουπ είδε ότι ήταν μόνη της στη φωλιά. Σκέφτηκε ότι τα αδελφάκια της μάλλον θα έπαιζαν κάπου κοντά και η μαμά τους τα προσέχει. Ήταν λίγο πεινασμένη και διψασμένη, κι έτσι πήγε προς την άκρη της φωλιάς, εκεί όπου ήξερε πως θα βρει το βελανίδι με τη δροσιά. Κι όμως, τι έκπληξη, το βελανίδι ήταν άδειο! Η Τσουπ τρόμαξε. Πού είναι η μαμά; Πού είναι τα αδελφάκια μου; Κι αν τους έπιασε ο Μπου; Σίγουρα κάτι τους συνέβη… Η μαμά μου θα μου ’χε φέρει ως τώρα σπόρους και θα μου ’χε μαζέψει δροσιά στο βελανίδι. Δεν θα μ’ άφηνε έτσι, να πεινάω και να διψάω… σκεφτόταν η Τσουπ. Λίγο τρομαγμένη, άρχισε να τους ψάχνει. Πήδηξε στην άκρη της φωλιάς, που κρυβόταν βαθιά στους θάμνους, και αποκεί έκανε ένα μικρό άλμα κάτω, στη γη. Με μερικά ακόμα μικρά άλματα έφτασε στην άκρη του ξέφωτου που βρισκόταν δίπλα στη φωλιά. Ποτέ πριν δεν είχε ξαναπάει εκεί. Πολύ προσεκτικά κοίταξε γύρω της. Τίποτα. Κανείς. Μόνο ένα παράξενο πλάσμα, κάπως μακρόστενο, που έμοιαζε μαλακό και είχε στο κεφάλι του δύο μακριά πράγματα με μάτια πάνω τους. Κινούνταν αργά. Πολύυυ αργά. Ίσως γιατί κουβαλούσε στην πλάτη κάτι στρογγυλό και σκληρό, σαν ένα τεράστιο βελανίδι. Με δύο γρήγορα πηδήματα, η Τσουπ έφτασε δίπλα του.

«Γεια σου, παράξενο πλάσμα, εγώ είμαι η Τσουπ!»

Το παράξενο πλάσμα γύρισε αργά αργά το κεφάλι του προς το μέρος της, τέντωσε τις κεραίες του και της είπε:

«Ωωω, πόσο με τρόμαξες! Κοίτα, με έκανες να γυρίσω το κεφάλι μου τόσο γρήγορα που λίγο έλειψε να στραμπουλήσω τον λαιμό μου. Μην το ξανακάνεις! Και πρώτα απ’ όλα, πώς τολμάς να με αποκαλείς “παράξενο πλάσμα”; Είναι φως φανάρι πως είμαι σαλιγκάρι· εσύ, όμως, δεν έχω ιδέα τι στο καλό είσαι. Θα ’λεγα πως είσαι κορυδαλλάκι αν είχες φτερά και πόδια που να φτάνουν κάπου. Αλλά έτσι δεν ξέρω, δεν ξέρω τι είσαι... Στο κάτω κάτω δεν έχω ώρα για κουβέντες τώρα, γιατί βιάζομαι τρομερά να πάω προς... Δεν είδες ότι βιάζομαι; Γιατί με σταμάτησες;»

Η Τσουπ δεν ήξερε τι να απαντήσει στο σαλιγκάρι. Δεν της φάνηκε καθόλου ότι είχε γυρίσει γρήγορα το κεφάλι του, και πολύ λιγότερο πως το είχε σταματήσει από το τρέξιμό του. Ωστόσο, τόλμησε να το ρωτήσει:

«Μήπως είδατε, μέσα στην τρομερή σας βιασύνη, μια κορυδαλλίτσα με πέντε μικρά; Δεν μπορώ να βρω τη μαμά μου και τα αδελφάκια μου».

Το σαλιγκάρι έμεινε για λίγο σκεπτικό, και μετά της απάντησε με πολύ πιο γλυκιά φωνή:

«Μικρούλα μου, δεν είδα καμία κορυδαλλίτσα. Ούτε μεγάλη ούτε μικρή. Μα πιο παράξενο μου φαίνεται πως ούτε άκουσα καμία κορυδαλλίτσα σήμερα. Με το χάραμα κάθε πρωί άκουγα το τραγούδι της να έρχεται από κάπου, από ψηλά. Σήμερα τίποτα, σιωπή. Νομίζω πως κι ο ήλιος είναι λίγο θυμωμένος, γιατί κάνει πολύ κρύο. Μπρρρ... Ευτυχώς που εγώ τρέχω σχεδόν όλη την ώρα και ζεσταίνομαι. Τώρα με συγχωρείς, βιάζομαι να πάω κάπου».

Και απομακρύνθηκε σιγά σιγά, όπως κάνουν τα σαλιγκάρια.

Η Τσουπ έμεινε στη μέση του ξέφωτου χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Πεινούσε όλο και πιο πολύ, διψούσε και της έλειπαν η μαμά της και τ’ αδελφάκια της. Ήταν τρομαγμένη και, για πρώτη φορά στη ζωή της, ήταν μόνη. Δεν ήξερε τι να φάει ούτε από πού να πιει νερό. Με τα μάτια γεμάτα μικρά δάκρυα, γύρισε χοροπηδώντας προς τη φωλιά. Εκεί είδε ένα φτερό που είχε πέσει από τη μαμά της. Ακούμπησε το κεφαλάκι της πάνω του, έκλεισε τα μάτια και τη φώναξε μέσα της: Γύρνα πίσω, μαμά, μη με αφήνεις μόνη! Ύστερα άρχισε να τραγουδάει σιγανά το τραγούδι που της έλεγε η μαμά της για να κοιμηθεί. Στο τέλος αποκοιμήθηκε εξαντλημένη.




Add: 2026-08-26 13:35:33 - Upd: 2026-08-27 13:59:58