Η εποχή της αγάπης
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-381-7
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 156 σελ.
Αραβική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Σε μια γειτονιά του Καΐρου της δεκαετίας του 1950, τη σιτ Έιν, μία πλούσια και γενναιόδωρη χήρα, συντρέχει και φροντίζει σαν μητέρα όσους χρειάζονται βοήθεια, ενώ ο μοναχογιός της, ο διστακτικός και αναποφάσιστος Έζατ, μεγαλώνει στη σκιά της. Στα πρώτα σχολικά του χρόνια, ο Έζατ κάνει τον μοναδικό του φίλο, τον δυναμικό Χαμντούν, και ερωτεύεται την όμορφη Μπαντρέγια. Έτσι, γνωρίζει τα πρόσωπα που, μαζί με την άτυχη Σαγιέντα –η οποία θα βρεθεί απροσδόκητα στο πλευρό του– θα καθορίσουν τη ζωή του.

Καθώς οι δρόμοι τους χωρίζουν και ξανασυναντιούνται μέσα σε έναν κόσμο θεάτρου, πολιτικών ζυμώσεων και μυστικών οργανώσεων, οι σχέσεις τους δοκιμάζονται από πάθη, φιλοδοξίες και διαδοχικές προδοσίες. Χρόνια αργότερα, οι επιστροφές και οι επανασυνδέσεις θα φέρουν ξανά στο προσκήνιο παλιές πληγές και ανοιχτούς λογαριασμούς, σε μια ιστορία όπου τίποτα δεν μένει αμετάβλητο.

Με φόντο μία αληθινή ιστορική περίοδο, ο Ναγκίμπ Μαχφούζ συνθέτει ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες αδυναμίες, τη φιλία και τις μεταμορφώσεις της αγάπης. Με τη λιτή, διεισδυτική γραφή του, ζωντανεύει το λαϊκό Κάιρο και αποτυπώνει με μοναδική ευαισθησία το κρυφό πρόσωπο της αιγυπτιακής κοινωνίας.

Λέει ο αφηγητής:

Αλλά ποιος είναι ο αφηγητής; Δεν θα έπρεπε να τον συστήσουμε με λίγα λόγια; Δεν πρόκειται για συγκεκριμένο άτομο ιστορικά υπαρκτό, δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, δεν έχει ταυτότητα ούτε όνομα. Ίσως πρόκειται για απόσταγμα από φωνές, ψιθυριστές ή κραυγάζουσες, τις οποίες κινεί η άγρια επιθυμία για την απαθανάτιση κάποιων αναμνήσεων. Τις διακατέχει το πάθος της σοφίας και της διδαχής. Αυτές τις φωνές τις συνεπαίρνουν οι χαρές κι οι λύπες, ένα βαθύ τραγικό συναίσθημα, καθώς κι η ευχαρίστηση πως κάποια όνειρα θα μπορούσαν κάποτε να πραγματοποιηθούν. Στην πραγματικότητα, είναι μια κληρονομιά υφασμένη από αγγελική ιστορία, της οποίας η αλήθεια πηγάζει από τη ζέση και την ένταση των πόθων της, και παίρνει σάρκα και οστά χάρη στην πιστή φαντασία η οποία λαχταρά να κατακτήσει τους ουρανούς παρότι σκοντάφτει πάνω στη γνώριμη, στη γεμάτη ρωγμές γη, με τις ξέχειλες από βρομόνερα λακκούβες. Εγώ τώρα καταγράφω την ιστορία όπως έφτασε σε μένα, στο όνομα του αφηγητή και χρησιμοποιώντας τα λόγια του πιστά και με αφοσίωση, εκτελώντας ό,τι επιβάλλει η αγάπη, υποχωρώντας ταυτόχρονα μπροστά σε μια δύναμη που δεν επιτρέπεται να αγνοήσω.

Λέει ο αφηγητής:

Ζούσε στη γειτονιά μας μια χήρα ονόματι σιτ Έιν. Ήταν μια δυναμική, εκκεντρική και γοητευτική γυναίκα, ένα πλάσμα μοναδικό κι ιδιαίτερο, που έμοιαζε να κρύβει μια μυστηριώδη ζωή χωρίς όρια και κανόνες. Η ιστορία της αρχίζει από τη στιγμή που χήρεψε στα πενήντα της χρόνια έχοντας έναν μοναχογιό έξι χρόνων με τ’ όνομα Έζατ. Γιατί δεν αρχίζει η ιστορία νωρίτερα; Για παράδειγμα, όταν ήταν νέα κοπέλα ή νύφη; Γιατί δεν μας μιλούν για τον αμ Αμπντέλ Μπάκι, τον άντρα της; Γιατί, άραγε, δεν έκανε άλλο παιδί παρά μόνο τον Έζατ; Και γιατί τον έκανε μεγάλη; Από δικό της κουσούρι ή του άντρα της; Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Ο αφηγητής οφείλει να μείνει πιστός στο όραμά του, ειδάλλως πρέπει να επεκτείνει την έρευνα ανατρέχοντας στην εποχή του Αδάμ και της Εύας. Επομένως, ας γίνει η αρχή όταν η σιτ Έιν είναι πενήντα κι ο μοναχογιός της ο Έζατ έξι χρόνων. Ήταν μια επιφανής γυναίκα, η οποία με το πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκε σαν ακμάζουσα πόλη. Ιδιοκτήτρια ακινήτων και πολυκατοικιών στη γειτονιά, ζάμπλουτη, αν και δεν ήταν γνωστό αν η αμύθητη περιουσία ήταν δική της ή του συζύγου της. Ωστόσο, απ’ όσο θυμάμαι, η αδελφή της η Αμούνα ήταν απένταρη. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κληρονόμησε τον πλούτο της από τον σύζυγό της. Μπορούμε να φανταστούμε τις δύο αδελφές με ίση περιουσία, και η μεν Αμούνα να τη σπατάλησε η δε Έιν να την πολλαπλασίασε. Σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για το αδιαφιλονίκητα πλουσιότερο άτομο της γειτονιάς, ήταν πλουσιότερη ακόμα κι από τους δασκάλους και τους εμπόρους.

Εκτός από τη μεγάλη περιουσία, έχαιρε και άκρας υγείας, ενώ έλεγαν πως είχε διατηρήσει τη γοητεία της νιότης στα πενήντα της χρόνια. Τα μαύρα μαλλιά της δεν είχαν χάσει τη λάμψη τους, ήταν γεροδεμένη, μετρίου αναστήματος, ούτε παχιά ούτε αδύνατη, με στητά πλούσια στήθη τα οποία ουδόλως επηρέασε ο θηλασμός –αντιθέτως, έμοιαζαν με κρυφούς πύργους επικοινωνίας, όπως θα λέγαμε σήμερα–, αλλά αυστηρώς καλυμμένα. Τα ομορφότερα, όμως, χαρακτηριστικά της ήταν δυο μαύρα μάτια τα οποία έλαμπαν από ήρεμο γλυκό φως. Όσο για τη μύτη, ήταν λεπτή και μακριά, ίσως ταίριαζε το μήκος της σε αντρικό πρόσωπο, όπως και το πλατύ, γεμάτο στόμα της. Μιλούσαν πολύ για το σταρένιο χρώμα του δέρματός της –αγνό από βαψίματα–, για το λευκό μαντίλι, τη φαρδιά κελεμπία και το σκούρο σάλι της. Δεν χρειαζόταν να βγει στον δρόμο καλυμμένη, ούτε να φορά λευκό ή μαύρο φερετζέ για να φαίνεται σεβάσμια στις κακές γλώσσες. Η υπόληψή της ήταν σαν το άρωμα του τριαντάφυλλου, κι ένας Θεός ξέρει πόσο η γειτονιά μας ήταν αμείλικτη απέναντι και στο παραμικρό ελάττωμα. 

Στη γειτονιά μας, κανένα κουσούρι δεν γλιτώνει από το κουτσομπολιό ούτε περνά απαρατήρητο. Αυτά οι νταήδες, οι νταβατζήδες κι οι πόρνες τα θυμούνται πολύ καλά. Η ιστορία μας γράφεται λοιπόν βασιζόμενη στις μνήμες τους και συνδέεται με τη ζωή του Ντάμπας, του Ντάναφ ή της Αλίγια Κόφτα. Το ότι η ζωή της σιτ Έιν δεν σχολιάζεται ούτε με μία λέξη, αυτό είναι η περίτρανη απόδειξη της αγνότητας και των πολλαπλών αρετών της. Χειμώνα-καλοκαίρι έβγαινε κρατώντας μια ομπρέλα, είτε για τη βροχή είτε για τον ήλιο. Ενίοτε –σπάνιο αυτό–, για να αποκρούσει κάποιον μεθύστακα ή κανέναν πρεζάκια. Αλίμονο δε στους απρόσεκτους περαστικούς! Η αλήθεια είναι ότι ενέπνεε σεβασμό όχι μόνο λόγω της αγνότητάς της, αλλά πρωτίστως χάρη στη δυναμική προσωπικότητά της.

Λόγω της οικονομικής της επιφάνειας, υποδεχόταν πολύ κόσμο και συνεργάτες. Όλοι, αν και μαγεμένοι από την ομορφιά της, συνέρχονταν αμέσως, εντυπωσιασμένοι από την τετράγωνη λογική της, το διαπεραστικό βλέμμα και τη δυνατή φωνή της. Ακόμα κι οι νταήδες δεν τολμούσαν να φερθούν απερίσκεπτα μπροστά της, κι όταν επέστρεφαν από μια συνάντηση μαζί της, μουρμούριζαν «Τι άντρας!» Αυτό συνήθως σήμαινε την απογοήτευση μιας πονηρής αλεπούς ή την ήττα ενός απατεώνα. Ωστόσο, η «αντρίκεια» συμπεριφορά της αφορούσε τη σοβαρότητα των λόγων και τη στάση της σε μια γειτονιά την οποία γνώριζε πολύ καλά. Δεν της έλειπε τίποτα από τη θηλυκότητα, δεν είχε τραχιά συμπεριφορά ούτε προσπαθούσε να κρύψει κάποιο ελάττωμα. Σίγουρα όχι… Αντιθέτως, ήταν η ευσπλαχνία προσωποποιημένη, έγινε θρύλος χάρη σ’ αυτή την ευσπλαχνία. Αν έμενε στο σπίτι, οι έχοντες ανάγκη θα έσπευδαν εκεί – και το σπίτι της ήταν το ομορφότερο στη γειτονιά. Απέξω δεν φαίνονταν παρά πέτρινοι τοίχοι, και δεν μάντευε κανείς κάτι όμορφο πίσω τους. Στο κέντρο βρισκόταν μια βαριά επιβλητική πύλη μ’ έναν ταριχευμένο κροκόδειλο στην κορυφή, και στο μέσο της ένα παλιό μπρούτζινο ρόπτρο με μορφή ανθρώπινης γροθιάς. Όταν άνοιγε η πύλη, εμφανιζόταν το σπίτι, μεγαλοπρεπές και ευρύχωρο, μαρτυρώντας πολυτέλεια κι αρχοντιά. Πίσω απλωνόταν ένας κήπος όλο ευωδιές από γιασεμί, χένα και φρούτα και με μια μικρή μαρμάρινη δεξαμενή. Από τότε που ο Έζατ έμαθε να περπατά, να τρέχει και να κάνει αταξίες, έβαλαν προστατευτικά ξύλινα κιγκλιδώματα πάνω στο μάρμαρο της δεξαμενής. Αφότου χήρεψε, η σιτ Έιν έπαψε να περιμένει τους φτωχούς στο σπίτι της, αλλά έβγαινε στη γειτονιά με την ομπρέλα της, πηγαίνοντας η ίδια στα σπίτια τους. Της άρεσε η βόλτα για αγαθοεργίες, κι έτσι έγινε σταθερή επισκέπτρια στις φτωχογειτονιές. Βυθιζόταν στον κόσμο των εργατριών, των χηρών και των σακάτηδων.