Ένας κυνηγετικός όμιλος αφήνει τα όπλα για να θηρεύσει «την ανύπαρκτη ερώτηση» μιας αινιγματικής γυναίκας. Ένας μυστικός κήπος κι ένας νεκρός κηπουρός επιστρέφουν στο χώμα σαν βολβοί, ενώ το κόκκινο σύνθημα «Χαλαρά…» απλώνεται σαν ένα υπόγειο σαμποτάζ στους αυστηρούς θεσμούς και τους τοίχους της πόλης. Στο καφενείο Silex, οι πιο λυπημένοι άνθρωποι γίνονται πάγοι στην Ανταρκτική και η τέχνη παλεύει με τη φθαρτότητα του χρόνου.
Σε αυτές τις δεκαπέντε ιστορίες, οι ήρωες βιώνουν τη ζωή σαν ένα ποίημα. Ένας κοκκινολαίμης, με τη μελαγχολική φωνή του, κρατάει το τέμπο. Πρόσωπα εύθραυστα και ανήσυχα, ζουν τη βάσανο της αγάπης και της ύπαρξης σαν μια ατέλειωτη αναζήτηση φωτός μέσα στο σκοτάδι, σε μια καθημερινότητα που τέμνεται απρόσμενα με το παράδοξο. Ένα βιβλίο για όσα μας διαμορφώνουν, όσα μας πληγώνουν και όσα τελικά μας λυτρώνουν.