Αηδόνια του χειμώνα
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-382-4
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 80 σελ.
Περιγραφή

Ένας κυνηγετικός όμιλος αφήνει τα όπλα για να θηρεύσει «την ανύπαρκτη ερώτηση» μιας αινιγματικής γυναίκας. Ένας μυστικός κήπος κι ένας νεκρός κηπουρός επιστρέφουν στο χώμα σαν βολβοί, ενώ το κόκκινο σύνθημα «Χαλαρά…» απλώνεται σαν ένα υπόγειο σαμποτάζ στους αυστηρούς θεσμούς και τους τοίχους της πόλης. Στο καφενείο Silex, οι πιο λυπημένοι άνθρωποι γίνονται πάγοι στην Ανταρκτική και η τέχνη παλεύει με τη φθαρτότητα του χρόνου.

Σε αυτές τις δεκαπέντε ιστορίες, οι ήρωες βιώνουν τη ζωή σαν ένα ποίημα. Ένας κοκκινολαίμης, με τη μελαγχολική φωνή του, κρατάει το τέμπο. Πρόσωπα εύθραυστα και ανήσυχα, ζουν τη βάσανο της αγάπης και της ύπαρξης σαν μια ατέλειωτη αναζήτηση φωτός μέσα στο σκοτάδι, σε μια καθημερινότητα που τέμνεται απρόσμενα με το παράδοξο. Ένα βιβλίο για όσα μας διαμορφώνουν, όσα μας πληγώνουν και όσα τελικά μας λυτρώνουν.

Αυτή η γυναίκα με είχε κιόλας αρκετά απασχολήσει· το παραδέχομαι, με είχε ταλαιπωρήσει. Δεν θα την έλεγες ιδιαίτερα ωραία, καθόλου εντυπωσιακή. Πολλές φορές ξεπίτηδες κοίταζα κρυφά λεπτομέρειες κι ατέλειες στο πρόσωπο και το σώμα της, εκφράσεις και κινήσεις της, που κανονικά θα έπρεπε να αφαιρούν τη δύναμη της γοητείας που ασκούσε πάνω μου. Αυτό το είχα μάθει από τον Οβίδιο, όταν πολύ νέος μελετούσα λατινικά. Στο έργο του Remedia Amoris προτείνεται ως μέθοδος πολύ αποτελεσματική για έναν άντρα που θέλει να αποφύγει τα βάσανα του έρωτα. Ωστόσο μια στρογγυλάδα στις γραμμές της, μια λάμψη και γλυκύτητα στα μάτια της, την έκανε αίφνης ποθητή την ώρα που κυκλοφορούσαν γύρω –και τις συναντούσες εύκολα παντού– υπέροχες κοπέλες, ψηλές, με ωραία λεπτά πόδια, γάμπες, στήθη. Το χρώμα του στήθους της, η σάρκα του, ήταν σαν ώριμο, χυμώδες φρούτο· με άρπαζε τότε η δική της επιθυμία και την ποθούσα όλο και περισσότερο.

Είχα περάσει ήδη διάφορα με τις δύο προηγούμενες γυναίκες στη ζωή μου. Τώρα λοιπόν, τα τελευταία τρία χρόνια, είχα αφεθεί σε μια απολαυστική χαύνωση. Σχολούσα πάντα στην ώρα μου. Αρκετά για σήμερα, έλεγα στον εαυτό μου. Η δουλειά μου πήγαινε καλά και δεν ένιωθα καμιά ανάγκη να βάλω στη ζωή μου το άγχος μιας καινούριας δημιουργίας. Αφηνόμουν στην καθησυχαστική ρουτίνα της οικογενειακής ζωής, όπως συχνά τελματώνεται ύστερα από κάποια χρόνια γάμου. Η γυναίκα μου φαινόταν κι αυτή να νιώθει το ίδιο καλά, απασχολημένη και με τις απαιτήσεις ενός αγοριού δέκα χρονών. Παιδί από τον πρώτο της έρωτα – έναν έρωτα που ύστερα από έναν χρόνο ή κάτι λιγότερο έσβησε αφήνοντάς της αυτό το υπέροχο πλάσμα που τώρα ήταν η χαρά της οικογενειακής ζωής μας.

Αυτή λοιπόν η γυναίκα με είχε κιόλας αρκετά ταλανίσει. Δεν μπορώ να πω ότι την πρόσεξα καθόλου ή ότι μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση την πρώτη φορά που τη συναπάντησα στον Κυνηγετικό Όμιλο. Βρισκόμουν εκεί, για να συναντήσω μια παρέα φίλων κι ήταν κι αυτή μαζί τους. Στον Όμιλο έρχονταν συχνά γυναίκες για την παρέα, για ένα ποτό, αν και λίγες από αυτές ασχολούνταν και με το σπορ. Σχεδιάζαμε μια τριήμερη εξόρμηση στον Ορεινόποδα της Χερσονήσου με την έναρξη της σεζόν. Τις πλείστες μέρες η δράση των κυνηγών περιοριζόταν σε αυτό εδώ το καφέ του Ομίλου, στο κέντρο της πόλης, και εκτεινόταν στις αφηγήσεις και τις συζητήσεις ή στη σιωπή που ανέβαινε ελικοειδώς σαν σκάλα μέσα στις τολύπες του καπνού από τα τσιγάρα μας. Καπνίζαμε καθένας με τις σκέψεις του σαν τυλιγάδι να ανιχνεύει τον λαβύρινθο ενός άγνωστου μινώταυρου ή σαν δίχτυ να απλώνεται θηρεύοντας τον χρόνο.

Την είδα λοιπόν αδιάφορα. Σηκώθηκε λίγο αφότου μπήκα στην παρέα τους κι έφυγε χαιρετώντας, αφήνοντας και την ερώτησή της.

«Πόσα χρόνια είστε κυνηγός;»

«Γύρω στα δέκα χρόνια» απάντησα απλά σε μια συνηθισμένη ερώτηση.

«Κλείνω τα δώδεκα» μου είπε ο γιος μου το ίδιο βράδυ, όταν τον καληνύχτιζα. «Τι δώρο θα έχω στα γενέθλιά μου; Έχω μεγαλώσει πια, δεν είμαι κανένα μωρό».

«Ένα δώρο για ένα παιδί που μεγάλωσε» του υποσχέθηκα.

Και το επόμενο βράδυ γύρισα με όλα τα απαραίτητα της σκοποβολής και μια εγγραφή στη σχολή. Το σκοπευτήριο ήταν στην άλλη άκρη της πόλης –υπολόγισε και την πυκνή κίνηση στον δρόμο–, αλλά αυτό το δώρο ήταν μια έμπνευση για μένα και τον γιο μου. Μου έδινε απέραντη χαρά, μου προκαλούσε σχεδόν έξαψη.

Τυχαία ένα απόγευμα την είδα πάλι. Έκανε τον περίπατό της στον πιο πολυσύχναστο πεζόδρομο της πόλης. Κρατούσε μια τσάντα στον ώμο που μου έκανε εντύπωση. Μεγάλη αρκετά και κάπως φουσκωτή, με εξωτερικά τσεπάκια, κι ένα μαντίλι με όμορφα χρώματα και σχέδια, χαλαρά δεμένο στο λουρί της χαμηλά. Η τσάντα αυστηρά κλειστή και το μαντίλι τόσο ανάλαφρο, παιχνιδιάρικο. Το βλέμμα της ερωτηματικό, όταν συνάντησε το δικό μου. Υπέθεσα ότι προσπαθούσε να με θυμηθεί –ποιος είναι, πού τον ξέρω–, κι ένιωσα αυθόρμητα την ανάγκη να τη χαιρετήσω, να σημειώσω την ύπαρξή μου.

«Γεια σου, Μυρτώ».

Με κοίταξε περίεργα, ερωτηματικά. Δεν με θυμόταν.

«Σας αρέσει το Μυρτώ; Μπορείτε να με φωνάζετε Μυρτώ» είπε χαμογελώντας. Προχώρησε στην είσοδο μιας στοάς και χάθηκε.

Συνέχισα κι εγώ τον δρόμο μου, βιαζόμουν να γυρίσω στο γραφείο, όπου με περίμενε μια επείγουσα μοναχική δουλειά μπροστά στον υπολογιστή μου. Την ώρα που άνοιγα την πόρτα του γραφείου, μια δυσαρέσκεια με κατέλαβε. Δεν με αναγνώρισε, μα τι σημασία είχε, ούτε κι εγώ την είχα προσέξει ιδιαίτερα. Γιατί λοιπόν να ενοχλούμαι; Ο Τάκης ήταν που την είχε προσκαλέσει εκείνη την πρώτη φορά στην παρέα. Άραγε ποια ήταν; Στρώθηκα στη δουλειά θαυμάζοντας ακόμη μια φορά πώς προχωρούσαν τελευταία τόσο καλά τα ζητήματα του γραφείου.


Πέρασα στο σαλόνι φέρνοντας σε έναν δίσκο τη ζεστή σοκολάτα για τη γυναίκα μου και το κολονάτο ποτήρι με το κρασί μου.

«Ορίστε, πριγκιπέσα μου» της είπα και αυτή μου χαμογέλασε ευχαριστημένη παίρνοντας το αχνιστό φλιτζάνι. Το χαμόγελό της μου έφερε στο μυαλό εκείνη, την ώρα που μου χαμογέλασε κι είπε «μπορείτε να με λέτε Μυρτώ». Πόσο ξιπασμένη, τι φαντάστηκε, πως θα έπρεπε να της μιλώ στον πληθυντικό προσφωνώντας τη με το επίθετο; Την ενόχλησε το θάρρος μου να της απευθυνθώ χωρίς την άδειά της με το μικρό της όνομα; Ποια είναι; αναρωτήθηκα. Αχ, δεν θυμόμουν το επίθετό της. Θα ρωτήσω τον Τάκη. Μα τι με νοιάζει; θύμωσα. Και την έβγαλα από το μυαλό μου. Για μια τουλάχιστον εβδομάδα την ξέχασα πραγματικά.

Όταν την ξαναείδα στο κλαμπ με ρώτησε:

«Πώς σας λένε, θυμίστε μου…» Απάντησα ενοχλημένος, και αφού είπα το όνομά μου, συμπλήρωσα προσφωνώντας τη –με κακία σχεδόν– «Μυρτώ».

«Εσείς δεν ρωτάτε ποτέ;» Κάτι τέτοιο ψιθύρισε και πιο δυνατά είπε: «Να με λέτε Μέρσια».

Άλλο καπρίτσιο κι αυτό σκέφτηκα και το ερωτηματικό, γλυκό της βλέμμα με τύλιξε ζεστά. Αρνήθηκα να τη σκεφτώ έναν μήνα. Όμως, η πόλη μας είναι μικρή. Έτσι, έπεσα πάλι πάνω της· και κάθε φορά είχε και μια νέα ερώτηση, που με ακολουθούσε ως την επόμενη συνάντηση.

«Κυνηγάτε πάντα;»

Σε έναν μήνα πάλι. Μιλούσαμε στην κυνηγοπαρέα για ένα σπουδαίο σκυλί, το Πόιντερ, τον «δείκτη» του θηράματος. 

«Εσείς τι κυνηγάτε ακριβώς;»

«Τώρα μικρά πτερωτά».