Νεοφερμένοι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-383-1
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Σλοβενική
Ενιαία τιμή έως 31/1/2028
€ 23.32 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 638 σελ.
τ. 3
Περιγραφή

Ο τρίτος τόμος της αυτοβιογραφικής σειράς βιβλίων Νεοφερμένοι του Λόιζε Κόβατσιτς ξεκινά με την απελευθέρωση της Λιουμπλιάνας στις 9 Μαΐου 1945. Μετά τον εκτοπισμό της γερμανικής καταγωγής μητέρας και της αδελφής του, ο νεαρός Μπούμπι βρίσκεται μόνος σε μια πόλη που έχει αλλάξει οριστικά. Φυλάκιση, αναμορφωτήριο, απόδραση, περιπλάνηση, αγροτικές εργασίες και η συμμετοχή στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Σάματς-Σαράγιεβο σηματοδοτούν την πορεία του προς την ενηλικίωση, ενώ παράλληλα γεννιέται η ανάγκη του να γράψει και να μετατρέψει την εμπειρία του σε λογοτεχνία.

Με τη διεισδυτική ματιά και την αφοπλιστική ειλικρίνεια που χαρακτηρίζουν το έργο του, ο Κόβατσιτς συνθέτει ένα συγκλονιστικό πορτρέτο της μεταπολεμικής Γιουγκοσλαβίας και της δύσκολης μετάβασης από τον πόλεμο στην ειρήνη. Ο τρίτος τόμος των Νεοφερμένων αποτελεί ταυτόχρονα μια συναρπαστική αφήγηση ενηλικίωσης και μια σπουδαία λογοτεχνική μαρτυρία για τα πρώτα χρόνια της κομμουνιστικής περιόδου.

Δηλαδή θεωρείς τον εαυτό σου κάτι σαν χρονικογράφο;» «Ακριβώς. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο». «Και παραμένεις απολύτως αμερόληπτος;» «Μη μου βάζεις δύσκολα! Λες και ακούω την αδελφή μου, την Κλαίρη...» «Bubi, wir werden alle angezogen in diesem Bett schlafen, daß wir zusammen sind, wenn etwas passiert». «Richtig so, Clairi!» Όλη τη νύχτα ένιωθα το πόδι της να τρέμει κάτω από την κουβέρτα... Το χέρι της μητέρας μου δεν σταματούσε στιγμή... Είχαμε αφήσει το λαμπατέρ του μπαμπά πάνω στον πάγκο του εργαστηρίου αναμμένο, έτσι ώστε να μη σκοντάψουμε στον τοίχο αν έρχονταν μέσα στη νύχτα. Προς τα ξημερώματα, καθώς το φως της μέρας άρχιζε μόλις να διαπερνά τα παράθυρα που είχαμε καλύψει με χαρτί γύρω στις πέντε και μετά πάλι γύρω στις έξι, αρχίσαμε να ακούμε θόρυβο από τον δρόμο, που ολοένα δυνάμωνε, σαν να κάλπαζαν αμέτρητα πόδια, σαν να σπρώχνονταν αμέτρητα κορμιά, όλο και περισσότερα, φωνές, γυναικείες κραυγές, τρέξιμο. Ήξερα ότι είχαν έρθει από το δάσος. Έσπρωξα το κομοδίνο στο πλάι και κατέβηκα τρέχοντας. «Λοιπόν, έφτασα κιόλας στη σελίδα 500 του χειρογράφου μου... Έχω αφήσει τον εαυτό μου ακριβώς στη στιγμή που άκουσα τον θόρυβο, έτρεξα κάτω και βγήκα στον δρόμο, για να συνεχίσω να καταγράφω όσα συνέβαιναν, ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα να γράψω γι’ αυτά χρόνια αργότερα, να μην κάνω λάθος... Έχουν περάσει ακριβώς τριάντα οκτώ χρόνια και επτά μήνες από εκείνη τη μέρα που τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος... και τώρα βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν τρίτο και τελευταίο, δόξα τον Θεό! Κι εγώ είμαι ακόμη ζωντανός! Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο τόμο γι’ αυτά τα τριάντα οκτώ χρόνια. Μακάρι να υπήρχε μια εφημερίδα που να κατέγραφε μόνο τη γυμνή αλήθεια για εκείνες τις τέσσερις δεκαετίες, μέρα τη μέρα, τι ανακούφιση θα ήταν αυτή! Να σκεφτεί κανείς όλα αυτά που θα μπορούσα να κρατήσω για τον εαυτό μου, όλα αυτά που δεν θα χρειαζόταν πια να τα συζητώ! Μία ή δύο γενιές δεν αρκούν για να σβήσουν το φυλετικό μίσος και η δίψα για εκδίκηση. Χρειαζόμαστε τουλάχιστον άλλες δύο μέχρι όλο αυτό να ισοπεδωθεί. Ακόμα και η Παλαιά Διαθήκη περιγράφει πώς οι Εβραίοι, όταν επέστρεψαν από την αιχμαλωσία τους στη Βαβυλώνα, αισθάνονταν την ανάγκη να εκδικηθούν και ένιωθαν αποστροφή προς καθετί ξένο, όσο μικρή κι αν ήταν η διαφορά. Και δεν θεωρούσαν ακάθαρτους μόνο τους ξένους. Ακάθαρτος λογιζόταν ακόμη και όποιος είχε ξένο πατέρα ή μητέρα. Για να μη σε αντιμετωπίζουν ως ξένο, ούτε οι γονείς σου έπρεπε να έχουν ξένο γονιό. Ακάθαρτα θεωρούσαν ακόμα και τα ζώα, τα κατοικίδια και τους υπηρέτες ενός ξένου, και τα θανάτωναν. Το σπίτι του ξένου, μολυσμένο κι αυτό, έπρεπε να καεί συθέμελα, ώστε να εξαγνιστούν ακόμη και οι πέτρες του. Στο τέλος λες πάλι καλά που έμεινες ζωντανός...»

Ο δρόμος είχε πλημμυρίσει από κόσμο, είχε γίνει μισός παραίσθηση και μισός πραγματικότητα. Τα παιδιά της γειτονιάς πηδούσαν πάνω κάτω, έξω από τις πόρτες των σπιτιών τους. Το πλήθος στη στάση του τραμ έφτανε μέχρι το φαρμακείο. Ποτέ άλλοτε δεν είχα δει τόσα πολλά πρόσωπα – κι ούτε τόσο χαρούμενα. Έμοιαζαν περισσότερο με πλήθος από ροζ, ζωηρές πιτσιλιές που φώναζαν και στριμώχνονταν όλες μαζί. Από όλα τα παράθυρα –στην πλατεία, να απλώνονται πάνω από την ταμπέλα του μπακάλικου, έξω από την πόρτα του σχολείου, στην πρόσοψη του Μεγάρου Γκρούμπερ, κατά μήκος της οδού Χρεν– κρέμονταν σημαίες: η τρίχρωμη με το κόκκινο πεντάκτινο αστέρι, βρετανικές και αμερικανικές, εδώ κι εκεί μερικές ρωσικές, κόκκινες με σφυροδρέπανο, οι οποίες έμοιαζαν εξίσου φονικές με τη γερμανική, που είχε τον αγκυλωτό σταυρό μέσα σε εκείνους τους λευκούς κύκλους, μια ολόκληρη πομπή γαλλικών, αυστραλιανών, καναδικών και νεοζηλανδικών, λες και κάποιος είχε ανοίξει έναν άτλαντα που απεικόνιζε όλες τις σημαίες του κόσμου! Μπροστά στην εξώπορτά μας, πάνω στο πεζοδρόμιο, έκαιγε μια μεγάλη φωτιά... Κάποια παιδιά την είχαν ανάψει με τα δισκία πυρίτιδας που είχαν βρει εκεί όπου τα είχα κρύψει το προηγούμενο βράδυ, κάτω από κάτι πέτρες στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η Γκιζέλα κι εγώ ρίξαμε από μια σακούλα στη φωτιά και... φουου! Οι φλόγες πετάχτηκαν ίσαμε τον αριθμό της πόρτας. Επιτέλους, ο πόλεμος είχε τελειώσει! Κι αυτή ήταν η δική μου συμβολή! Η μόνη που μπορούσα να προσφέρω... «Ζήτω! Ζήτω! Ζήτω!» φώναζε ο κόσμος στην ανηφόρα, έξω από το σχολείο. Μπουμ, τα-ρα-ρά, μπουμ, τα-ρα-ρά! Ντανγκ, ντανγκ, ντανγκ! Αυτή η μουσική... ήταν κάτι εντελώς καινούργιο! Ζωηρή! Επιθετική! Μια συμφωνία εφόδου, φτιαγμένη αποκλειστικά από τύμπανα και κύμβαλα... Το πρώτο που φάνηκε ήταν μια μακριά σημαία με το μεγάλο κόκκινο αστέρι, που κυμάτιζε πέρα δώθε στον αέρα... Από ένα άνοιγμα στο πλήθος διέκρινα πως την κρατούσε ένας στρατιώτης με μπότες και μια παράξενη στολή... Φορούσε ένα κοντό, κιτρινωπό χιτώνιο και φαρδιές παντελόνες ιππασίας... Ήταν περιποιημένος, καθόλου κουρελιασμένος... και είχε ένα μεγάλο μουστάκι, γυριστό σαν δρεπάνι... Πίσω του, κατεβαίνοντας από την Άνω Πλατεία, από τη γέφυρα, προφανώς έχοντας μόλις φτάσει από την Κάτω Καρνιόλα, έρχονταν οι σύντροφοί του, με τα τουφέκια στον ώμο και προχωρώντας σε βηματισμό παρέλασης, ντυμένοι ακριβώς όπως ο σημαιοφόρος τους, εξίσου ξυρισμένοι και περιποιημένοι! Αυτό ήταν που με εξέπληξε. Κοντά στο σχολείο, ο κόσμος φώναζε ασταμάτητα: «Ζήτω οι παρτιζάνοι! Ζήτω ο στρατάρχης Τίτο! Ζήτω ο στρατός μας!» Ο αέρας συνέχιζε να βροντά με τις κραυγές που οι πιο κοντινοί σου επαναλάμβαναν μετά τους άλλους, τρυπώντας σου τα αυτιά, τυφλώνοντάς σε, κόβοντάς σου την ανάσα. Έπειτα, κάννες ολμοβόλων και πολυβόλων εμφανίστηκαν πάνω από τα κεφάλια τους, συνοδευόμενες από την κόκκινη σημαία με το  φυροδρέπανο. Οι παρτιζάνοι είχαν ματσάκια λουλούδια χωμένα στο μπροστινό μέρος του χιτωνίου τους και κρατούσαν μπουκάλια τα οποία οι πολίτες που στέκονταν στο πεζοδρόμιο δεν σταματούσαν να τους χώνουν στα χέρια, καθώς πολλά λουλούδια έπεφταν στις ράγες, πολύ περισσότερα απ’ ό,τι στον όρκο των ταγμάτων της Εθνοφρουράς. Απ’ ό,τι φάνηκε, ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους από όλα τα σπίτια και τις σοφίτες, κάτι που σήμαινε πως μετά βίας είχε μείνει κανείς στο σπίτι, εκτός από τους 20.000 τους οποίους ο Ρούπνικ είχε προειδοποιήσει πως ήταν σημαδεμένοι από τους παρτιζάνους για άμεση εκκαθάριση. Κανείς πια δεν προσπαθούσε να κρύψει τις αποφάσεις του, την πίστη του, τις απόψεις του, αφού από το προηγούμενο βράδυ όλα ήταν τόσο φωτισμένα, που κανείς δεν είχε πια κανονικό πρόσωπο παρά μόνο κάποιου είδους ροζ κηλίδα. Μπορούσα να αναγνωρίσω τον πλύντη ρούχων, τον Πίσκουρ που ήταν πωλητής στη λαϊκή και την καθαρίστρια από τον δεύτερο όροφο μόνο από τα ρούχα τους ή το άρωμά τους. Όποιος φώναζε πιο δυνατά, όποιος ήταν στολισμένος με τα περισσότερα λουλούδια, αντιμετωπιζόταν σαν πρωταθλητής. 


Add: 2026-08-05 16:41:13 - Upd: 2026-08-06 11:37:09