Ανταποκρίσεις
Από το Καρπενήσι του Μεσοπολέμου, (1920-1940)
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-960-592-233-7
Μανδραγόρας, Κολωνός, 7/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 15.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
30 x 21 εκ, 144 σελ.

• Ποιητικές ανταποκρίσεις.

• Ο τόπος, μια συμφωνία βουνών, δέντρων και νερών.
• Το παλιό Καρπενήσι στη ζωγραφική και τη χαρακτική. 
• Οι Καρπενησιώτες.
• Δρόμοι παλιοί κι ένα τρένο που δε σφύριξε ποτέ.
• Ο πλάτανος, ο Μάρκος και η πλατεία του.
• Οι δύο ενορίες.
• Ανορθογραφίες και θυμόσοφη διάθεση.
• Δυσπραγίας συνέχεια και ένα έγκλημα που δὲν ἐξιχνιάσθη.
• Μέγα συλλαλητήριον ἐν Καρπενησίῳ.
• Πάθη πολιτικά. Ο…τίγρης και οι γίγαντες.
• Και φοιτητές στην πόλη…
• Γυναίκες στη σκιά.
• Καφενεῖον Ἡ Ὁμόνοια
Οπερέτες, δράματα, κωμωδίες και άλλα μαγικά.
• Ο καλλιτέχνης Σπύρος Φραγκαλιός.
• Η χιονισμένη ζωή και η πάντα αργοπορημένη άνοιξη…
• Ο «Πανάρατος», τα ξεφαντώματα της Αποκριάς και «Ο γύφτικος γάμος» 
• Η τρέλα του χορού
• Φυσιολάτρες και ορειβάτες στα βουνά μας. 
• Τα δροσερά μικρά καλοκαίρια.
• Στὸ Καρπενῆσι περνοῦν θαυμάσια οἱ διαθερισταί καὶ πρὸ παντὸς αἱ διαθερίστριαι.
• Η κοσμοπολίτικη «Νεράιδα».
• Τα καρπενησιώτικα πανηγύρια.
• Με το φακό του Κωνσταντίνου Καλαντζή.

Από παιδί μου άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους, τον τόπο τους κι ό,τι άλλο αξίζει να παρατηρήσει κανείς στον κόσμο, σύννεφα, πουλιά, φυτά, πέτρες, άσκοπα σχήματα και ξοδεμένα χρώματα.
Από παιδί ακόμη πάντα είχα ένα βλέμμα στραμμένο σε ορατά και αόρατα σημάδια αλλοτινών καιρών. Έβλεπα παντού, ανάμεσα στα νέα έργα των ανθρώπων, ερείπια, καπνισμένες πέτρες, γκρεμισμένους τοίχους αγκαλιασμένους από κισσούς και αγριόχορτα, θλιβερά απομεινάρια απαίσιου χαλασμού, μαύρου μίσους και αναίτιας καταστροφής. Ποιοι έζησαν εκεί, ποια παιδιά μεγάλωσαν στις ρημαγμένες κάμαρες, ποιοι βγήκαν στα τσακισμένα μπαλκόνια να χαιρετίσουν τα χελιδόνια μιας άλλης άνοιξης; 
Από παιδί μου άρεσε να ακούω παλιές ιστορίες και παραμύθια σε χειμωνιάτικα νυχτέρια και σε κάποιες βραδινές αυλές του αποκαλόκαιρου στα ξεφλουδίσματα του καλαμποκιού. Κι είχαν αυτά τα παραμύθια, που καθόλου δεν ήταν παραμύθια, τους δικούς τους δράκους, είχαν πόλεμο, πείνα, δυστυχία, θάνατο, είχαν καλούς και κακούς, είχαν όμως κι αναμνήσεις μιας άλλης ωραίας και ειρηνικής ζωής στην πόλη, πριν τον αφανισμό της το τραγικό καλοκαίρι του 1944. Πικρή ημερομηνία, άσβηστη μνήμη, χαραγμένη ανεξίτηλα στη συλλογική μας συνείδηση.
Και μιλούσαν οι άνθρωποι για μια πόλη σχεδόν μαγική, με ψηλά κι ωραία σπίτια με ξύλινα μπαλκόνια σκαλιστά, με ολάνθιστους κήπους και περιβόλια, για αγόρια και κορίτσια που στροβιλίζονταν στους ρυθμούς της τζαζ στα εξοχικά κέντρα και για «διαθερίστριες» με κοντά φορέματα και μαλλιά «αλα γκαρσόν» που έκαναν ιππασία και έπαιζαν βόλεϊ στην πλατεία. Να έζησε άραγε η μικρή ορεινή κωμόπολη τη δική της belle epoche, να έσμιξαν στον βουνίσιο αέρα της οι ήχοι της ευρωπαϊκής μουσικής από το γραμμόφωνο και από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς του Λονδίνου, της Βιέννης και του Βελιγραδίου, με τους ήχους της πίπιζας, του βιολιού και του λαούτου που έπαιζαν «ζυγιές» από λαϊκούς οργανοπαίχτες σε ταβέρνες, καφενεία, λαϊκά ξεφαντώματα, γάμους και πανηγύρια; Αναρωτιέμαι μήπως οι γονείς μας, που τότε ήταν παιδιά, κι οι νέοι εκείνου του καιρού έριξαν στις αναμνήσεις τους λίγη χρυσόσκονη, ανάβοντας περισσότερα αστέρια στον ουρανό της νιότης τους, η μήπως η πίκρα της απώλειας αλλοίωσε τα χρώματα της μνήμης; 
Τώρα που ο κόσμος αυτός είναι οριστικά καταποντισμένος και τα τελευταία ίχνη των παλιών σπιτιών υπέκυψαν στον δρεπανηφόρο χρόνο, τώρα που έτσι όλα τα λογαριάζουμε εφήμερα, εύκολα και αναλώσιμα, τώρα που ούτε να αγαπήσεις, ούτε να πενθήσεις προλαβαίνεις, σκέφτηκα στην τελευταία στροφή και του δικού μου χρόνου, να ξεκινήσω ένα οδοιπορικό, μια περιδιάβαση στους γνώριμους παλιούς δρόμους της πόλης μου, να αφουγκραστώ και να νιώσω την ανάσα της, όπως την έφεραν μέχρι τις μέρες μας τα δέντρα, τα πουλιά και τα λόγια των ανθρώπων και όπως την ένιωσα κι εγώ από τους δικούς μου αγαπημένους, αναπαυμένους πια, χρόνια τώρα, κάτω από το χώμα, με το φόβο πάντα πως όταν κανείς μιλάει για αυτά που δεν έζησε, να πέσει στην παγίδα του ανύπαρκτου. 
Έχοντας αυτό κατά νου, αναζήτησα την αλήθεια της ζωής στην επαρχία του μεσοπολέμου και σε κάθε γραπτή αποτύπωση της, τηλεγραφήματα, ψηφίσματα, διαμαρτυρίες. Διάβασα δεκάδες «ανταποκρίσεις» από το Καρπενήσι στις τοπικές και επαρχιακές εφημερίδες, αλλά και στη στήλη «Ἀπὸ τὰς Έπαρχίας» μεγάλων αθηναϊκών που, παρά τις υπερβολές και τις φλύαρες ρητορείες τους, την εμπάθεια, τις κομματικές και άλλες αγκυλώσεις τους, μετέφεραν στην πρωτεύουσα τον παλμό των επαρχιών και των τοπικών κοινωνιών, τα μικρά και τα μεγάλα, σημαντικά και ασήμαντα της καθημερινής ζωής, τότε που ακόμη οι άνθρωποι νοιάζονταν για το ψωμί, τη δουλειά, το δρόμο, σήκωναν τις μαγκούρες στα καφενεία για τα πολιτικά, περίμεναν τον ταχυδρόμο να φέρει γράμματα κι εμβάσματα από την Αμερική, διάβαζαν παλιές εφημερίδες στη χιονισμένη προσμονή του χειμώνα, τα καλοκαίρια σκούπιζαν τον ιδρώτα στους θερισμούς και τα αλωνίσματα κι άλλοι δροσίζονταν και φιλοσοφούσαν με γκαζόζες, πορτοκαλάδες και ούζα κάτω από τα πλατάνια της πλατείας, τότε που η ζωή βάδιζε με την ησυχία της, μέσα στα ίδια πάντοτε σοφά μονοπάτια του καιρού, τότε που πραγματικά η πόλη ζ ο ύ σ ε.
Ξεκίνησα αυτή την περιπέτεια με επίγνωση πως δεν γίνεται να αναπαραστήσεις το παρελθόν, τα χρώματα, τα αρώματα, τις γεύσεις μιας εποχής, ούτε το φύσημα του αέρα ούτε τα τραγούδια και πιο πολύ τα πάθη των και τους καημούς των ανθρώπων, πολύ περισσότερο αν δεν την έχεις ζήσει. Και δεν είναι αυτό το βιβλίο μήτε λαογραφία μήτε κοινωνική ανάλυση. Είναι το αποτύπωμα που άφησε στην ψυχή μου μια παλιά ιστορία, σαν ήχος γλυκός από το νάι του γέρου καρπενησιώτη γύφτου, σαν το μελαγχολικό τραγούδι της μάνας μου, που μεγάλωνε εκείνα τα χρόνια στις φτωχογειτονιές της πόλης, σαν το κρασί που ζεσταινόταν στο μαγκάλι στα καπηλειά της κάτω πλατείας, σαν δροσερό καλοκαιρινό αεράκι σε αυγουστιάτικο απόβραδο.