Για τη Ματέα Μάρτινσεν, ήταν πάντοτε δύσκολο να συναναστρέφεται άλλους ανθρώπους ‒ ένα πράγμα όμως έχει μάθει: οι άλλοι δεν είναι σαν κι εκείνη. Τώρα, στα γεράματά της, βιώνει ξαφνικά μια βαθιά θλίψη και τη διαπερνά ο φόβος ότι θα πεθάνει προτού κανείς μάθει πως υπήρξε. Ξεθάβει λοιπόν από την ντουλάπα το παλιό της νυφικό, ψήνει γλυκά κεκάκια και βγαίνει στον έξω κόσμο.
Η νουβέλα Όσο πιο γρήγορα βαδίζω, τόσο μικρότερη γίνομαι, τρυφερή και ταυτόχρονα αστεία και βαθιά μελαγχολική, ξεχωρίζει για τη χιουμοριστική της ειλικρίνεια και την ασυνήθιστα ευρηματική γραφή της.