Η Τζουν και εγώ
Μετάφραση: Ποταμιάνου, Γιώτα
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-371-8
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 6/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 240 σελ.
Σουηδική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Ευρώπη, 2010. Μια εικοσιπεντάχρονη γυναίκα αναζητά τον δικό της βηματισμό μέσα από την αγάπη, τη φιλία, την τέχνη και το σεξ. Καθώς ταξιδεύει σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις εν μέσω καύσωνα, προσπαθεί να ορίσει την ύπαρξή της πέρα από τα κοινωνικά στερεότυπα.

Νέα Υόρκη, 1920. Η Τζουν Μάνσφιλντ Μίλερ, μια Εβραία μετανάστρια από τη Ρουμανία, ζει, μαζί με τον επίδοξο συγγραφέα Χένρι Μίλερ, μια χαοτική ζωή στο Μπρούκλιν και, αργότερα, στο μποέμ Παρίσι, όπου οι δυο τους παρασύρονται σε ένα τοξικό ερωτικό τρίγωνο με την Αναΐς Νιν – μια σύγκρουση πάθους από την οποία μόνο μία γυναίκα θα βγει αλώβητη.

Στο Η Τζουν και εγώ, τίτλος εμπνευσμένος από ποίημα του queer Σουηδού ποιητή Πολ Άντερσον, οι δύο ιστορίες διασταυρώνονται. Παρά τον αιώνα που τις χωρίζει, οι δύο γυναίκες έρχονται αντιμέτωπες με τους ίδιους περιορισμούς και την ίδια φλογερή ανάγκη: να ζήσουν μια ζωή αυθεντική, μετατρέποντας την καθημερινότητα σε τέχνη, σε εξερεύνηση, σε παράσταση, ή… σε μυθιστόρημα.

Με ενόχλησε που ο Χένρι με έκανε να νιώσω νευρικότητα εκείνη την πρώτη νύχτα στην πίστα.

«Μεγάλωσα στο δάσος του Σέργουντ, σε μια οικογένεια Ρομά. Μετακομίσαμε στο Νιου Χάμσαϊρ… μεγάλωσα στο Βερμόντ…» Το δάσος στην Μπουκοβίνα δεν έμοιαζε με εκείνο στον «Ρομπέν των Δασών»; Μιλούσα γρήγορα και το υφαντό του μύθου ξεδιπλωνόταν, φίνο σαν μετάξι. «Ο πατέρας μου ήταν ένας πλούσιος Εγγλέζος, ένας μηχανικός. Είχε δικά του άλογα και ήταν φίλοι με τον Καρούζο». Ο Χένρι έδειχνε εντυπωσιασμένος. «Μετά έχασε όλα του τα χρήματα όταν μπήκε σε σανατόριο, αυτό συνέβη στον Καναδά, αλλά πέθανε από καρκίνο». Πώς μπορούσα να αντισταθώ σε ένα κοινό που με επιβράβευε τόσο; «Ύστερα πήγα στο Γουέλσλι, να σπουδάσω ηθοποιία».

Είπα ότι η μητέρα μου είχε πεθάνει, ότι ζούσα με τη θεία μου στο Μπένσονχερστ.

Ο Χένρι ανέφερε ότι καθόταν στην Πλατεία Τάιμς όλο το απόγευμα κοιτάζοντας τους ανθρώπους στο Μπρόντγουεϊ και διαβάζοντας τις αγγελίες. Μισούσε τη δουλειά του.

«Η γυναίκα μου πιστεύει φυσικά ότι είμαι άχρηστος». Η «γυναίκα» του. Δεν είχε καν προσπαθήσει να κρύψει το δαχτυλίδι, αλλά όπως συνήθιζε να λέει η Χάνα: Οι άντρες είναι παντρεμένοι μόνο μέχρι που δεν είναι πια.

«Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλω καθόλου να δουλεύω. Θέλω μόνο να γράφω». Ο Χένρι χαμήλωσε το βλέμμα του στο έδαφος. «Θα πρέπει να με θεωρείς τρελό».

«Πρέπει να το κάνεις». Πήρα μια σοβαρή έκφραση.

«Κανείς δεν μπορεί να σε σταματήσει, αν αυτό θέλεις πραγματικά».

Εκείνη τη χρονιά έκλεινε τα τριάντα τρία, όπως ο Ιησούς όταν σταυρώθηκε.

Προχωρήσαμε πιο κάτω σε ένα παράνομο μπαρ όπου έπαιζε μια τζαζ μπάντα, αλλά ήμασταν πολύ απορροφημένοι στη συζήτησή μας για να χορέψουμε. Του μίλησα για τον Μάρκο, που έγραφε ανέκδοτα για εφημερίδες μέχρι που κρεμάστηκε για μένα. Ο Χένρι με κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια. Διόρθωσα την πούδρα μου, έσβησα το τσιγάρο μου στο πιάτο με τις μισοφαγωμένες πατάτες κι έκανα νόημα για τον λογαριασμό. «Θέλω απλώς να ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις».

Χαμογέλασε ειρωνικά.

«Πάντα ονειρευόμουν μια μοιραία γυναίκα».

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να εργάζεσαι σκληρά και το να αγωνίζεσαι.

Ήταν η πρώτη Ιουνίου, απέμεναν δεκατρείς μέρες ως τα γενέθλιά μου. Είκοσι πέντε, μια ηλικία που είσαι αρκετά μεγάλος και ταυτόχρονα νέος ακόμη. Φόρεσα μια φούστα και κατέβηκα στη βεράντα που έβλεπε στην παραλία. Είχε ψύχρα έξω, ένα ήρεμο καλοκαιρινό πρωινό. Ο Πολωνός φίλος μου εξακολουθούσε να αδειάζει κιβώτια με μπουκάλια στο μπαρ.

«Καφέ;» Έδειξε ένα από τα μικρά στρογγυλά τραπέζια.

«Έρχομαι αμέσως, μαντάμ». Ο ήλιος πρόβαλλε και ο αέρας ήταν δροσερός. Καθαρός. Μυρωδιά από αλμύρα και φύκια. Το Γκέρνσεϊ, ένα μικρό βρετανικό νησί με εξήντα χιλιάδες κατοίκους, ένας φορολογικός παράδεισος όπου κατέφευγαν οι άνθρωποι με τα εκατομμύριά τους, ήταν η πρώτη μας στάση εκείνο το καλοκαίρι. Το ξεκίνημα μιας ζωής στην οποία όλα είναι ανοιχτά.

«Ορίστε, μαντάμ».

Ακούμπησε το φλιτζάνι κι επέστρεψε στο μπαρ. Εγώ σήκωσα το βιβλίο μου. Την προηγούμενη μέρα πήρα ένα ταξί από το αεροδρόμιο ως τη διεύθυνση που μου είχε δώσει εκείνος. Όλα ήταν ακριβώς όπως τα είχα φανταστεί: ένα ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα σε ένα νησί. Πέντε αστέρια με θέα λευκές παραλίες και γρανιτένιους γκρεμούς στη Μάγχη.

Το δωμάτιο όπου έμενε είχε ένα παράθυρο που έβλεπε στην πίσω αυλή του ξενοδοχείου. Οι τοίχοι ήταν πιθανόν λευκοί κάποτε, τώρα όμως είχαν κιτρινίσει από τη νικοτίνη. Ένας παγκόσμιος άτλας κάλυπτε ένα σκισμένο κομμάτι της ταπετσαρίας. Παντού υπήρχαν αυτοσχέδια σταχτοδοχεία από αποκεφαλισμένα κουτιά μπίρας και μισοκαμένα κεριά, στριμωγμένα σε στενούς λαιμούς μπουκαλιών.

Όταν έφτασα, αγκαλιαστήκαμε αμήχανα. Κανείς μας δεν ήξερε γιατί ήμουν εκεί, αλλά είχα την αίσθηση ότι και οι δυο μας θέλαμε να μάθουμε. Μύριζε καπνό και μια κολόνια που γαργαλούσε τη μύτη μου. Είχα ανέκαθεν μια προτίμηση στις ανθρώπινες μυρωδιές από τις συνθετικές που προσπαθούσαν να καλύψουν κάτι.

Σε όλα τα ταξίδια των τελευταίων έξι ετών έπαιρνα μαζί μου μερικές καρτ ποστάλ τις οποίες τοποθετούσα πάντα στον χώρο, η φορητή μου διακόσμηση, αλλά αυτήν τη φορά τις άφησα στην τσάντα μου. Το δωμάτιο ήταν τόσο μικρό και μινιμαλιστικό, που ένιωθα πως δημιουργούσα ακαταστασία γύρω μου απλώς και μόνο με την παρουσία μου εκεί. Έβγαλα μόνο τα απαραίτητα: τον παλιό φορητό υπολογιστή, μερικά φορέματα, τα βιβλία του Χένρι Μίλερ, το πολυδιαβασμένο αντίτυπό μου από το ημερολόγιο της Αναΐς Νιν. Το εξώφυλλο έμοιαζε με πίνακα του Άντι Γουόρχολ με μεγάλα πεδία από μοβ δέρμα και πράσινη σκιά ματιών, πορτοκαλοκόκκινα χείλη. Το πρόσωπο της Αναΐς πίσω από τα χρωματικά πεδία, απλώς ένα αντίγραφο σε μορφή ράστερ. Στο εξώφυλλο: δέκα ευρώ με μολύβι, και με κόκκινο στιλό: 

«Θέλω να γράψω ένα βιβλίο για την Τζουν».


«Λοιπόν, πώς πάνε τα πράγματα;»

Ο Πολωνός φίλος μου με κοίταζε με μισόκλειστα μάτια στο ηλιόφως της βεράντας.

«Όλα μια χαρά. Απλώς καλά». Ανασήκωσα τους ώμους.

«Αλλά με σένα τι γίνεται;»

«Είναι αυτή η νεαρή Γερμανίδα». Έχωσε το χέρι στην τσέπη του κι έψαξε για αναπτήρα. «Δεν μπορώ να σταματήσω να τη σκέφτομαι».

Έγνεψα με κατανόηση. Ήμουν καλή σε αυτό, στο να δίνω αντί να παίρνω.

«Πες μου περισσότερα».

Μόλις έφυγε για να σερβίρει κάποιους πελάτες, ήπια μια γουλιά από τον καπουτσίνο μου, έβγαλα το σημειωματάριο και το στιλό από την τσάντα μου και αγνάντεψα τη θάλασσα. Ψηλαφώντας έναν αναπτήρα προσπάθησα να σχηματίσω με τον νου μου την εικόνα της Τζουν: μια Εβραία μετανάστρια από τη Ρουμανία, η οποία θέριζε τους άντρες σαν στάχυα, χόρευε, έπαιρνε ναρκωτικά και είχε ερωμένες. Που τη μια στιγμή λιμοκτονούσε και την επόμενη αγόραζε χαβιάρι, άλατα για το μπάνιο και φράουλες με τα τελευταία της χρήματα. Που κοιμόταν με τα παπούτσια σε άστρωτα κρεβάτια. Η αδίστακτη συμπεριφορά της Τζουν. Η Αναΐς έλεγε πως της άρεσε. Όμως αυτό ήταν πάντα από απόσταση. Ήθελε να είναι σαν την Τζουν, αλλά όχι να είναι εκείνη.

Κανείς δεν ήθελε να είναι σαν την Τζουν.