Με σκοτεινή, goth αισθητική, οι εικόνες εναλλάσσονται σαν καρέ βουβής ταινίας: μισάνοιχτες πόρτες, φαντάσματα που δεν ανήκουν σε κανέναν χρόνο, επαρχιακά καρναβάλια που σβήνουν μέσα στη σκόνη. Η ανθρώπινη εμπειρία παγιδεύεται στο παράλογο, θυμίζοντας πως κάθε «εκεί» είναι ήδη απόν, κάθε υπόσχεση ένα προοίμιο απώλειας. Η έννοια της εντροπίας διατρέχει υπόγεια κάθε ποίημα ως υπαρξιακή συνθήκη. Ό,τι συγκροτείται, διαλύεται. Ό,τι γεννιέται, ξεθωριάζει.
Το «Χθονικό Συνεχές» είναι μία κατάβαση. Ένα ποιητικό τοπίο όπου η μνήμη θρυμματίζεται, η ταυτότητα διαστέλλεται και ο αναγνώστης καλείται να σταθεί «στη ρωγμή του αόρατου», εκεί που ο χρόνος δεν είναι γραμμικός αλλά ένα εξαρτώμενο συνεχές, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον συγχέονται σε μια αργή, αναπόδραστη παρακμή.