Η νεράιδα Θυελλίνα
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88518-3-2
Noėma, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
28 x 23 εκ, 30 σελ.
Ρουμανική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Σε ένα χωριό τεμπέλικων ξωτικών ζει μια νεράιδα, η Θυελλίνα. Όλη μέρα βαδίζει τριγύρω με ένα μαύρο σύννεφο πάνω από το κεφάλι της, πάντα κατσουφιασμένη και σοβαρή, τόσο που τα καημένα τα ξωτικά τρέμουν από φόβο μόλις τη βλέπουν να έρχεται.

Μια μέρα, αποφασίζουν να μπουν κρυφά στην καλύβα της. Τι θ’ ανακαλύψουν άραγε εκεί μέσα;

Ένα παραμύθι που μαθαίνει στα παιδιά να μη μένουν στην εξωτερική εμφάνιση, αφού καμιά φορά πάνω απ’ τις πιο καλόκαρδες ψυχές βροντούν κι αστράφτουν τα πιο μαύρα σύννεφα.

Μια φορά κι έναν καιρό, αγαπητά μας παιδιά, πάνε περίπου εκατό νεραϊδοχρόνια από τότε, ήταν ένα χωριουδάκι ξεχασμένο από τον κόσμο και τον χρόνο, όπου περνούσαν τις μέρες τους μια χούφτα ξωτικά.

Και, ας μείνει μεταξύ μας, τους άρεσε να κάθονται, να τεμπελιάζουν. Έτσι, στο κακόμοιρο το χωριουδάκι τους μαζευτήκαν όλα στο μοναδικό σπιτάκι που στεκόταν ακόμη όρθιο.

Όπως τεμπέλιαζαν όλη μέρα, τα ξωτικά μας καβγάδιζαν και θύμωναν με το παραμικρό. Και τι να κάνεις όταν τους έπιανε αυτό το κουσούρι; Μόνο να στέκεσαι μπορούσες, να τα κοιτάς από μακριά και να τα ακούς να μαλώνουνε για το τίποτα, με την τσιριχτή, όλο κακία φωνούλα τους.

Εάν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να βάλει τα ξωτικά στη θέση τους, ε, αυτή ήταν η Θυελλίνα, η νεράιδα της θύελλας.

Ναι, ναι, πολύ καλά ακούσατε. Η φοβερή και τρομερή νεράιδα της θύελλας, την οποία όλοι γνώριζαν αλλά κανείς δεν τολμούσε ούτε μια καλημέρα να της πει ή να τη ρωτήσει πώς είναι.

Για να πούμε την αλήθεια, η Θυελλίνα δεν έκανε τίποτα στα ξωτικά για να σταματήσει τον καβγά τους. Απλώς τα κάρφωνε με τα μαύρα μάτια της, στραβοκοιτάζοντάς τα επίμονα μέχρι που τα φρύδια της έσμιγαν, και ύστερα έπαιρνε τον δρόμο της.

Το ότι η νεράιδα δεν είχε πει ούτε μια άσχημη λέξη σε κανέναν τρομοκρατούσε τα ξωτικά. Ακόμα και τα ριγέ παντελόνια τους έτρεμαν από φόβο όταν την έβλεπαν να έρχεται.

Βλέπετε, παιδιά, σε ένα χωριό σαν και το δικό τους, δεν μπορούσες να κάνεις φίλους αν δεν τσακωνόσουν πρώτα μαζί τους.

Μετά από λίγη γκρίνια και λόγια πικρά, κουραζόσουν εσύ, κουραζόταν κι ο άλλος, κι έτσι δίνατε μεμιάς τα χέρια, και αμέσως καταλάβαινες πως μιλούσες με τον νέο σου φίλο, το ξωτικό.

Υπήρχαν τόσοι φίλοι λοιπόν στο χωριό, που το σπιτάκι όπου μαζεύονταν έγινε πολύ μικρό και στενόχωρο γι’ αυτούς· τα μυτερά τους αυτιά δεν άκουγαν πια και τόσο καλά μέσα σε κείνο το βουητό. Ίσως και γι’ αυτό να ξεκινούσαν οι καβγάδες κι οι τσακωμοί. Όταν ένα ξωτικό δεν καταλάβαινε τι του είπε ένα άλλο, υπέθετε ότι ήταν σίγουρα κάτι κακό.