Ιστορίες της Αίγινας
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-349-7
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 6/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 196 σελ.
Αγγλική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή, η νύμφη Αίγινα καταριέται τον Δία να βρει τη μοναδική αγάπη μα να τη χάσει. Τα λόγια της απλώνονται στις βουνίσιες πηγές του νησιού που πήρε το όνομά της.

Αιώνες αργότερα, ντόπιοι και επισκέπτες του μαγικού αυτού τόπου πίνουν ακόμη λίγο από το αρχαίο ξόρκι. Αποξενωμένοι εραστές που έχουν χρόνια να ανταμώσουν, βρίσκονται στο κατάστρωμα ενός σκάφους, ένας συνταξιούχος καπετάνιος αψηφά τη ραγισμένη του καρδιά κάνοντας αμέτρητες εφήμερες σχέσεις, δυο ψυχές δραπετεύουν από τα σώματά τους για μια επανένωση με την πραγματική αδελφή ψυχή τους.

Έντεκα σαγηνευτικές ιστορίες με φόντο τα λιμάνια, τους κολπίσκους, τους αρχαίους ναούς και τους λόφους της Αίγινας, για άντρες και γυναίκες που πασχίζουν να κρατηθούν από γοητευτικές αναμνήσεις και χαμένες προσδοκίες καθώς η κατάρα της νύμφης τούς αναγκάζει να έρθουν αντιμέτωποι με τη ζωή μετά την αγάπη.

Μια φορά κι έναν καιρό, μυριάδες χρόνια πριν, η πανέμορφη νύμφη Αίγινα έκανε το μπάνιο της σε έναν ποταμό παρέα με τις τριάντα δύο αδελφές της.

Ο παντοδύναμος Δίας ίπτατο στον ουρανό από πάνω τους, έτσι που να μην μπορούν να τον δουν. Με μια σαρωτική του κίνηση, έχοντας πάρει τη μορφή πύρινης σφαίρας, άρπαξε την όμορφη νύμφη και την άφησε σε ένα νησί δίχως όνομα, κάπου κοντά στην Αττική.

Ύστερα, μεταμορφώθηκε σε άντρα και αγάπησε την Αίγινα, όλες τις μέρες και τις νύχτες ενός ατελείωτου, μεγαλειώδους καλοκαιριού.

Ένα πρωί, καθώς η Αίγινα κοιμόταν στην αγκαλιά του, ο Δίας ξύπνησε με μια ξαφνική λαχτάρα για τη γυναίκα του, την Ήρα. Παίρνοντας και πάλι τη μορφή πύρινης σφαίρας, χάθηκε στον ουρανό.

Η Αίγινα δεν τον ξανάδε ποτέ.

Για το υπόλοιπο της ζωής της, η ίδια περιφερόταν στις ακτές του νησιού, ατενίζοντας την απέραντη θάλασσα και τον αχανή ουρανό. Θυμόταν εκείνο το καλοκαίρι της αγάπης, μαράζωνε για τον Δία, κι αναρωτιόταν ξανά και ξανά τι θα είχε άραγε συμβεί αν είχαν λίγο χρόνο ακόμα.

Περπατούσε και ονειρευόταν, μέχρι που μια καλοκαιρινή βραδιά, καθώς απλωνόταν γύρω της το σούρουπο και τα πρώτα αστέρια έκαναν την εμφάνισή τους στον ουρανό, έπεσε στα γόνατα και έβγαλε φωνή τρανή στον ουρανό. 

«Δία!» φώναξε. «Με τη στερνή μου ανάσα, εύχομαι αυτό μονάχα: να βρεις την αληθινή αγάπη κι έπειτα να υποφέρεις με οδύνη βαθιά όταν τη χάσεις». Ύψωσε τα χέρια της να ρίξει την κατάρα της στον ουρανό. 

Μόνο που, είχε τόσο πολύ περιμένει, που είχε πια γίνει απίστευτα αδύναμη. Σε κείνο ακριβώς το μέρος, με τις γροθιές της σφιγμένες και τα χέρια υψωμένα, η Αίγινα χάθηκε στο θαλασσινό αεράκι, και η κατάρα της, οι ελπίδες, η μελαγχολία της, και όλες της οι αναμνήσεις αγάπης σκόρπισαν πέρα για πέρα στο νησί, σε χώμα και άμμο, μέσα στους κολπίσκους και ψηλά στους λόφους, στα ροζιασμένα ελιόδεντρα και στα αμπέλια, στις πηγές των βουνών.

Και το νησί πήρε το όνομά της.


*


ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΧΑΜΕΝΑ

Εννιά χιλιάδες χρόνια, έξι μήνες και τρεις μέρες αργότερα, η Μελίνα Σωτηροπούλου, καθισμένη στο κατάστρωμα της αγκυροβολημένης Ανήσυχης Ψυχής, έπινε παγωμένο λευκό κρασί και ευχόταν να μην είχε ποτέ αποδεχτεί την πρόσκληση να βρεθεί εκεί. Κουνούσε ανήσυχα το πόδι της και όταν ο ιδιοκτήτης του γιοτ, ο Κωνσταντίνος Κατράκης, τσούγκρισε το ποτήρι του στο δικό της, φόρεσε ένα ψεύτικο χαμόγελο.

«Πόσος καιρός πάει;» αναστέναξε εκείνος. «Πρέπει να είναι οχτώ χρόνια. Κι όμως, δεν έχεις διόλου αλλάξει».

Τι ψεύτης! Εκείνη έκανε αέρα στον λαιμό της με ένα σουβέρ.

«Σχεδόν δέκα χρόνια». Πρόσεξε το πόδι της που κινούνταν νευρικά και σταμάτησε να το κουνάει. «Μπορεί και παραπάνω. Δεν έχει απομείνει παρά μια θολή ανάμνηση πια».

Κατέβασε άλλη μια γουλιά κρασί και έριξε μια φευγαλέα ματιά στα χέρια και τα πόδια της. Το μαύρισμά της έδειχνε ωραίο με τούτο το λευκό φόρεμα. Τουλάχιστον η επιδερμίδα της ήταν ακόμη σφριγηλή και νεανική. Έγειρε στα κάγκελα και στάθηκε εκεί, κοιτώντας μακριά από κείνον. Η εκτυφλωτική λάμψη του ήλιου μαλάκωνε, άπλωνε τριγύρω ένα χρώμα άλικο. Μα βέβαια, ο ήλιος που δύει. Εκείνος είχε διαλέξει τούτη την ώρα, τη γωνία, το φαγητό, το κρασί. Σύντομα θα έβαζε μουσική. Κάτι απαλό. Ίσως κλασική κιθάρα. Η ζωή πρέπει να θυμίζει ταινία, έτσι δεν είναι, Κωνσταντίνε; Κι εσύ πρέπει να είσαι ο γοητευτικός, ρομαντικός πρωταγωνιστής. Δεν είναι για σένα τα παιδιά που ουρλιάζουν, οι βρόμικες πάνες, τα σκορπισμένα παιχνίδια στο πάτωμα. Δεν είναι για σένα μια εξουθενωμένη, αδιάφορη γυναίκα.

Πετάχτηκε για μια στιγμή στην καμπίνα του. Από το εσωτερικό της ξεχύθηκε ο ήχος του σαξοφώνου. Βγήκε κρατώντας ένα πλατό γεμάτο φρέσκο ψωμί, αλλαντικά, σταφύλια, ελιές και διάφορα τυριά. Το αγαπημένο της. Κάποτε του έλεγε πως ήταν η πιο εύκολη γυναίκα στον κόσμο – για να την ευχαριστήσεις δεν χρειάζονταν γρήγορα αυτοκίνητα ή διαμαντένια δαχτυλίδια, μόνο καλή μουσική, κρασί, μια πιατέλα σαν αυτήν, κι εκείνος. 

«Για μένα τούτο το ηλιοβασίλεμα στην Αίγινα είναι το πιο όμορφο του κόσμου» της είπε. Πήρε το κρασί από το ψυγειάκι και γέμισε και πάλι τα ποτήρια τους. «Δεν ακούγεται λογικό, το ξέρω».

«Πούλησες και την επιχείρηση ή μόνο το σπίτι;»

«Την εταιρεία την τρέχει ο Πέτρος, όμως είμαι ακόμη ο ιδιοκτήτης της. Δεν μου έκανε κέφι να την επεκτείνω κι άλλο. Βγάζω αρκετά ώστε να μπορώ να ζω σεμνά αλλά καλά. Τι άλλο υποτίθεται ότι πρέπει να πετύχεις με τη δουλειά σου;»

«Και ζωγραφίζεις ακόμη;»

«Ναι». Το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Θα σου δείξω κάποια έργα μου αργότερα. Εσύ; Έχεις ακόμη το μαγαζί;»

«Το έχω. Δεν βγάζω πολλά, ειδικά τα τελευταία ένα δυο χρόνια. Τα λεφτά στο σπίτι τα φέρνει κυρίως ο άντρας μου. Όμως το κρατάω και το αγαπώ».

Εκείνος πέταξε μια ρώγα σταφύλι που έδειχνε ξινή.

«Άσε με να μαντέψω. Είσαι αποφασισμένη να έχεις ένα ανεξάρτητο εισόδημα και, κυρίως, θέλεις να μένεις κάπου μόνη για λίγες ώρες κάθε μέρα;»

«Ας πούμε» του απάντησε γελώντας.

«Πριν κάνα χρόνο πέρασα από το μαγαζί σου. Είναι τόσο εσύ! Γουστόζικο, ελαφρώς ιδιόρρυθμο. Ένα οργανωμένο χάος από χειροποίητα αντικείμενα, ρούχα και βιβλία. Δίχως συγκεκριμένο θέμα διακόσμησης ή κάποιον φανερό σκοπό. Μόνο πολλή προσωπικότητα».

Πριν έναν χρόνο; Κατέβασε ακόμα μια γουλιά από το κρασί της. Τα τσιγάρα του ήταν στο τραπέζι. Η ίδια πήγαινε πολύς καιρός που είχε να καπνίσει.

«Ο κόσμος απλώς περιφέρεται χαζεύοντας, δεν αγοράζει. Είναι τόσο εκνευριστικό».

«Μπορεί… Ή ίσως και να μην έχει σημασία, γιατί το μαγαζί σου έχει έναν σκοπό. Μόνο που δεν είναι το κέρδος. Μάλλον η δημιουργική έκφραση… ή περισσότερο μια απόδραση».

Του έριξε μια πλάγια ματιά, κατέβασε μια μεγάλη γουλιά κρασί και έβαλε λίγο σαλάμι πάνω σε μια φέτα ψωμί. Εκείνος γύρισε την καρέκλα του έτσι που να τη βλέπει. 

«Πρόσεξα ότι έχεις ακόμη στον τοίχο τον πίνακά μου, Η Χώρα της Αίγινας την αυγή». Την κοίταξε κατάματα, θαρρείς και τη ρουφούσε με το βλέμμα του. «Δεν βρέθηκε κανείς να τον αγοράσει;»

«Κανείς» του απάντησε με το στόμα της γεμάτο, βάζοντας το χέρι της τα χείλη. «Όσο κι αν ρίχνω την τιμή». Ήπιε μια γουλιά κρασί. «Είναι φορές που ζητάνε ν’ αγοράσουν την κορνίζα».

Ο Κωνσταντίνος έριξε πίσω το κεφάλι του και λύθηκε στα γέλια. Γέμισε ξανά και τα δυο ποτήρια. Ο ήλιος είχε γίνει πια μια φλογερή κόκκινη σφαίρα, μισοβυθισμένη στη θάλασσα. Ένα λεπτό σύννεφο έπλεε εμπρός του. Ο ορίζοντας ήταν στρωμένος με πορτοκαλιές και κίτρινες λωρίδες.

«Αυτή λοιπόν θα είναι η ζωή σου τώρα πια; Να πίνεις κρασί στο κατάστρωμα, να χαζεύεις το ηλιοβασίλεμα, κάθε λιμάνι κι άλλη γυναίκα;» Τούτο το τελευταίο σχόλιο το μετάνιωσε. Της άφηνε μια πικρία. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε το τηλέφωνό της. Τίποτα από τον άντρα της – βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για μια βδομάδα. Ούτε από τη μητέρα της είχε κάτι – εκείνη φρόντιζε τα δυο παιδιά τους. Πήρε λίγο τυρί και μερικά σταφύλια. Έλεγε να μείνει για κανένα μισάωρο ακόμα.