Φωτεινή νύχτα
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-359-6
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 6/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 300 σελ.
Κορεατική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Έπειτα από το διαζύγιό της και σε κακή ψυχολογική κατάσταση, η Τζιγιόν εγκαταλείπει τη Σεούλ και μετακομίζει στη μικρή παραθαλάσσια πόλη Χουιριόνγκ. Εκεί ανακαλύπτει τυχαία ότι μένει στην ίδια πολυκατοικία με τη γιαγιά της, την οποία ξανασυναντά έπειτα από περίπου είκοσι χρόνια αποξένωσης.

Μέσα από την αναθέρμανση της σχέσης τους, η Τζιγιόν ακούει αφηγήσεις που εκτείνονται σε βάθος εκατό χρόνων για τη ζωή της προγιαγιάς, της γιαγιάς και της μητέρας της, και αναμετριέται με τον ίδιο της τον εαυτό. Οι εμπειρίες τους φανερώνουν τη διαχρονικά εύθραυστη θέση των γυναικών μέσα σε μία αυστηρή, παραδοσιακή και ανδροκρατούμενη κοινωνία, ενώ τα εμπόδια και οι ήττες τους αναδεικνύουν την αθέατη δύναμή τους να τα καταφέρνουν τελικά μόνες τους.

Με λιτή και διεισδυτική γραφή, η Τσόι Ουνγιόνγκ υφαίνει ένα βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για τη γυναικεία φιλία, τον αγώνα επιβίωσης και την αντοχή, φωτίζοντας τις χαρές και τις λύπες της ζωής μέσα στον χρόνο.

Θυμάμαι το Χουιριόνγκ από τη μυρωδιά του καλοκαιριού. Το θυμίαμα στον ναό, τα βρύα και το νερό του ποταμού στο βουνό. Το δάσος. Τον ωκεανό καθώς περπατούσαμε κατά μήκος του λιμανιού. Τη μυρωδιά του χώματος στον αέρα μετά τη βροχή. Τα φρούτα που σάπιζαν στον δρόμο της αγοράς. Τα βότανα που έβραζε ο γιατρός της ανατολικής ιατρικής μετά τον μουσώνα… Το Χουιριόνγκ πάντα έφερνε πίσω αναμνήσεις του καλοκαιριού.

Ήμουν δέκα χρονών όταν επισκέφθηκα το Χουιριόνγκ για πρώτη φορά.

Η γιαγιά μου με πήγαινε παντού όσο έμενα μαζί της. Παίρναμε το λεωφορείο και επισκεπτόμασταν τον ναό στο βουνό, και έπειτα επιστρέφαμε στην παραλία κάτω από το σπίτι της. Έτρωγα πίτες με φύλλο σφολιάτας και κόκκινα φασόλια και τηγανητή ζύμη κατευθείαν από το τηγάνι στην αγορά. Εγώ και η Γιαγιά βάζαμε μουσική στο σπίτι και χορεύαμε με τις φίλες της.

Στα παιδικά μου μάτια, ο ουρανός έμοιαζε ατελείωτος και πιο γαλανός στο Χουιριόνγκ απ’ ό,τι στη Σεούλ. Ακόμη θυμάμαι μία φορά που κοιτούσα τον νυχτερινό ουρανό με τη Γιαγιά. Σήκωσα το βλέμμα και είδα τον γαλαξία με γυμνά μάτια για πρώτη φορά. Έμεινα άφωνη για πολλή ώρα. Ένιωθα πεταλούδες στο στομάχι.

Άνοιξα την καρδιά μου στη Γιαγιά μέσα σε λιγότερο από μία μέρα αφότου έφτασα στο Χουιριόνγκ. Γιατί τα παιδιά καταλαβαίνουν αν κάποιος τα αγαπά ή τα αντιπαθεί, αν θέλει να τα πληγώσει ή να τα φροντίσει.

Όταν αποχαιρέτησα τη Γιαγιά στον υπεραστικό σταθμό λεωφορείων, κάθισα στο πάτωμα και ξέσπασα σε λυγμούς. Έκλαιγα επειδή θα μου έλειπε, αλλά είχα και ένα προαίσθημα πως δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ.

Την ημέρα που επέστρεψα στο Χουιριόνγκ, στα τριάντα δύο μου χρόνια, οδηγούσα στον αυτοκινητόδρομο με όλα τα υπάρχοντά μου φορτωμένα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου. Ήταν μια χιονισμένη μέρα του Ιανουαρίου, το 2017.

Έπεσα πάνω στην αγγελία για μία θέση εργασίας στο Αστρονομικό Παρατηρητήριο Χουιριόνγκ έναν μήνα μετά την οριστικοποίηση του διαζυγίου μου. Το ερευνητικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχα τότε έφτανε στο τέλος του και δεν είχα καμία προοπτική. Όταν έλαβα απάντηση πως με προσέλαβαν, αμέσως άρχισα να ξεκαθαρίζω τη ζωή μου στη Σεούλ. Τα πέταξα όλα: κρεβάτι, ντουλάπα, γραφείο, πλυντήριο, τραπεζαρία, χαλιά. Τα εσώρουχα και τα πιάτα που είχε αγγίξει εκείνος. Σε έξι χρόνια είχαν μαζευτεί ένα σωρό πράγματα, που ακόμη τα πετούσα στον κάδο απορριμμάτων το πρωί της μετακόμισης.

Μόνο μία μέρα πριν φύγω για το Χουιριόνγκ έψαξα πληροφορίες για αυτό στο διαδίκτυο. Ήταν μία μικρή πόλη σε υψόμετρο πάνω από χίλια μέτρα στα δυτικά και με τη θάλασσα στα δεξιά. Τα αγροκτήματα και το χωριό βρίσκονταν χαμηλότερα, κοντά στον ωκεανό, η πόλη ήταν μικρότερη από τις περισσότερες της επαρχίας και φιλοξενούσε μετά βίας εκατό χιλιάδες κατοίκους.

Το χιόνι άρχισε να λιώνει γύρω από το Τσουντσόν, αλλά ο δυνατός αέρας ταρακουνούσε το μικρό μου αυτοκίνητο. Έπρεπε να κάνω συχνές στάσεις σε χώρους ανάπαυσης για να πάρω ανάσα. Δεν ζαλιζόμουν εύκολα στο αυτοκίνητο, αλλά βρισκόμουν σε μία σωματικά και συναισθηματικά ευάλωτη κατάσταση που με έκανε να νιώθω ζάλη και ναυτία.

Πέντε ώρες αργότερα, έφτασα σε ένα τουριστικό ξενοδοχείο στο Χουιριόνγκ. Όταν μπήκα στο δωμάτιο, άφησα τις τσάντες και βυθίστηκα στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Μπορούσα να δω τη θάλασσα. Δεν υπήρχε κανείς στην παραλία πέρα από μερικά ψαροπούλια που πετούσαν πάνω από το νερό. Δεν μπορούσα να θυμηθώ την τελευταία φορά που είχα δει τη θάλασσα από τόσο κοντά. Έχασα την αίσθηση του χρόνου. Νύχτωσε και εμφανίστηκαν ψαρόβαρκες με κρεμασμένα φωτάκια. Έμεινα να μετρώ τα φωτάκια πάνω στις βάρκες.

Εκείνη την περίοδο, δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια. Έτσι κι εκείνη τη νύχτα, συνεχώς ξυπνούσα και κοιμόμουν. Όταν πια ο ύπνος με εγκατέλειψε ολοκληρωτικά, άνοιξα τις κουρτίνες και είδα τον κόκκινο ήλιο να ανεβαίνει στον ορίζοντα. Οι ακτίνες του γλιστρούσαν πάνω στο νερό και πλημμύριζαν το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Έμεινα άφωνη να βλέπω την ανατολή. Μέχρι που ο ήλιος ανέβηκε τόσο ψηλά, ώστε δεν μπορούσα πια να τον δω από το δωμάτιό μου.

Εκείνη την ημέρα άρχισα να ψάχνω διαμερίσματα στο Χουιριόνγκ. Υπήρχαν πέντε διαθέσιμα, αλλά το αγαπημένο μου ήταν το πρώτο που είδα. Βρισκόταν σε ένα συγκρότημα δύο κτιρίων με ανοιχτό διάδρομο, χτισμένο πριν από είκοσι χρόνια, όπου κυρίως έμεναν νεόνυμφοι ή ηλικιωμένοι που ζούσαν μόνοι. Το διαμέρισμα που είδα βρισκόταν στον πέμπτο όροφο. Ήταν τόσο καλοσυντηρημένο που δεν χρειαζόταν να αλλαχτούν τα πατώματα ή οι ταπετσαρίες, κι ήταν φωτεινό, με θέα τη θάλασσα. Δεν θα ήταν διαθέσιμο τις επόμενες τρεις εβδομάδες, αλλά σκέφτηκα πως άξιζε την αναμονή.

Έτσι, κατέληξα να πηγαινοέρχομαι από το τουριστικό ξενοδοχείο τις πρώτες τρεις εβδομάδες μου στο Χουιριόνγκ. Εκείνη την περίοδο χιόνιζε αρκετά. Είχε συσσωρευτεί τόσο πολύ χιόνι, που στρατιώτες από τις κοντινές στρατιωτικές βάσεις στάλθηκαν σε κάθε γωνιά της πόλης με φτυάρια. Το χιόνι στο Χουιριόνγκ δεν έλιωνε γρήγορα. Σε μια μικρή πόλη με ελάχιστη κίνηση έμενε ανέγγιχτο από λάστιχα αυτοκινήτων και πατημασιές σε πολλά σημεία, κι έτσι εξατμιζόταν αργά.

Έμαθα ότι το λευκό χρώμα μπορεί να συγκλονίσει και να παραλύσει τον άνθρωπο από τον φόβο. Μια μέρα, μετά από μια χιονοθύελλα, οδηγούσα δίπλα σε ένα χιονισμένο χωράφι, όταν η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά και δεν μπορούσα να αναπνεύσω, οπότε αναγκάστηκα να σταματήσω. Ήταν σαν να είχε σπάσει η προστατευτική ασπίδα γύρω από την καρδιά μου. Η συσκευή που απενεργοποιούσε τα συναισθήματά μου βρισκόταν εκτός λειτουργίας.

Την πρώτη μου μέρα στο Παρατηρητήριο, κάποιος με ρώτησε αν ήμουν παντρεμένη. Είπα πως ήμουν και, αναγνωρίζοντας το βλέμμα που περίμενε λεπτομέρειες, πρόσθεσα ότι είχα πάρει διαζύγιο την προηγούμενη χρονιά. Προσπάθησα να το πω σαν να μην ήταν τίποτα, αλλά η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα κι ένιωσα αδύναμη. Οι συνάδελφοί μου χαμογέλασαν αμήχανα και άλλαξαν θέμα.

Μετά τη δουλειά, ξάπλωνα κι έμενα ακίνητη στο κρεβάτι του ξενοδοχείου. Άκουγα τα κύματα όταν άνοιγα το παράθυρο. Υπήρχαν μέρες που έμενα ξαπλωμένη στο κρεβάτι ακούγοντας τα κύματα μέσα στο κρύο. Ήθελα να κλείσω το παράθυρο, αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ. Το στόμα μου ήταν στεγνό, γιατί ακόμα και το να σηκωθώ να βάλω ένα ποτήρι νερό μού φαινόταν αδύνατον.

Στον καθρέφτη έβλεπα μία σκυφτή φιγούρα, με τους ώμους γερμένους, τόσο κοκαλιάρικη που δεν είχε σχεδόν καθόλου μυς. Έκοψα τα μαλλιά μου καρέ για να κρύψω την τριχόπτωση, αλλά κατέληξα να μην αναγνωρίζω ούτε κι εγώ τον εαυτό μου. Οι τηλεφωνικές κλήσεις με την Τζίου ήταν η μόνη μου παρηγοριά.

Η Τζίου συνήθως τηλεφωνούσε γύρω στο σούρουπο. Ήταν από τους λίγους ανθρώπους που έκλαψαν και έβρισαν για χάρη μου.