Οι δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης βρίσκονται στο στόχαστρο. Οι εγγυήσεις τους, από το άρθρο 16 του Συντάγματος ώς το απόρρητο των επικοινωνιών, καταστρατηγούνται συστηματικά στην πράξη. Ωστόσο, ακόμα και η απλή διατήρησή τους στο συνταγματικό κείμενο ενοχλεί. Η οικονομική και πολιτική εξουσία θέλει να είναι ασύδοτη και πιστεύει πως ήρθε η ώρα να το επιβάλει.
Αυτή η εξέλιξη θέτει επιτακτικά το ερώτημα: Ποιος αποφασίζει για την τύχη μας; Από την εποχή της αμερικανικής και της γαλλικής επανάστασης, τα συντάγματα απαντούν «εμείς, ο λαός». Οι ελίτ δεν αρκούνται πια στο να φαλκιδεύουν αυτή την απάντηση στην πράξη. Επιδιώκουν να της αφαιρέσουν κάθε περιεχόμενο. Για αυτούς, η απάντηση πρέπει να είναι «εμείς, οι πλούσιοι».
Έχουμε όλους τους λόγους του κόσμου να προσανατολιστούμε στην εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση. Σε αλλαγές που θα αφαιρούν πλούτο και δυνατότητες πολιτικής επιρροής από το κεφάλαιο και θα ενισχύουν τα κοινωνικά δικαιώματα και τα δικαιώματα συλλογικής δράσης. Που θα αντιμετωπίζουν την ολοένα και μεγαλύτερη επίδραση των ελίτ στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων ως ένα μείζον πρόβλημα με συστημικές ρίζες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπαράθεση με αφορμή την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν αφορά μόνο τους ειδικούς ή μια φωτισμένη μειοψηφία. Αφορά τις τύχες όλων μας. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεσμική όψη της ευρύτερης συζήτησης για το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας.