Όμως τίποτα δεν είναι τόσο αθώο.
Ένα γκρουπ από επιζώντες, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα γνωρίζονταν μεταξύ τους συγκεντρώθηκαν προσπαθώντας να επιβιώσουν στις αντίξοες καιρικές συνθήκες με το κρύο και την πείνα να τους θερίζουν.
Μήπως όμως η έκρηξη δεν ήταν τυχαία; Και τι ήταν η Κ.Α.Ε.;
«Μη...» είπε «μη ρίξεις. Είμαι άοπλη». Ήταν μία νεαρή κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά. Αρχές είκοσι ίσως; Μπορεί και μικρότερη.
«Πόση ώρα με παρακολουθείς;»
«Από... τότε που βγήκες απ’ το σούπερ μάρκετ. Είσαι η μόνη ζωντανή που έχω δει εδώ και ένα μήνα».
Εγώ έβαλα το όπλο πάλι στην ζώνη μου. Η μικρή δεν αποτελούσε κίνδυνο.
«Γιατί είσαι μόνη σου; Τι συνέβη στους δικούς σου;»
«Είναι νεκροί. Όλοι νεκροί. Του πατέρα μου του έπεσε η οροφή και τον πλάκωσε. Εγώ ήμουν στο Μπρίβιατ με τον Έντι τον σύντροφό μου. Γυρίσαμε μόλις έγινε η καταστροφή. Όλοι είχαν πεθάνει. Η αδερφή μου είχε πλακωθεί από μια βιβλιοθήκη και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Είχε όμως επιβιώσει. Έπειτα ο σύντροφός μου έφυγε για να φέρει βοήθεια. Να βρει κάπου ασφαλές να πάμε. Είπε να τον περιμένουμε να γυρίσει. Πέρασε τόσος καιρός και δεν φάνηκε. Μάλλον είναι νεκρός» μου είπε κοιτάζοντας χαμηλά.
«Ή σε εγκατέλειψε» διαπίστωσα ψυχρά εγώ.
«Ίσως και αυτό».