Η αόρατη γυναίκα και άλλες ιστορίες
Μετάφραση: Αβούρη, Μαριάννα
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-360-2
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 5/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 192 σελ.
Κροατική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Γηρατειά. Μια απόλυτα φυσική διαδικασία στη ζωή κάθε ανθρώπου, για την οποία, όμως, κανείς δεν θέλει να μιλάει. Καθώς γερνάμε, χάνουμε τον ενθουσιασμό, την αξιοπρέπεια, την ελπίδα, γινόμαστε αόρατοι. Ή μήπως όχι;

Η αόρατη γυναίκα και άλλες ιστορίες προσφέρει στον αναγνώστη ένα προσωπικό ταξίδι στο οποίο θα βρεθεί αντιμέτωπος με όλα εκείνα που δεν ειπώθηκαν, με όσα αποσιωπούνται, με τη σταδιακή και οδυνηρή εξαφάνιση ενός ανθρώπου. Ιστορίες για μια γυναίκα που διαχειρίζεται τα συναισθηματικά βάρη της οικογένειας, για τον θάνατο μιας μητέρας, για την αρρώστια ενός συζύγου.

Γραμμένα από μια δυναμική, γυναικεία σκοπιά, με ειλικρίνεια και ευαισθησία, τα διηγήματα της Σλάβενκα Ντράκουλιτς μας καλούν να επανεξετάσουμε τη σχέση μας με τους αγαπημένους μας, τους γονείς, τους παππούδες.

Η ΑΟΡΑΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Με ρωτάτε τι με ενόχλησε τόσο πολύ.

Πώς να το περιγράψω; Μια μέρα στο διαμέρισμά μου συνάντησα ένα άτομο που δεν γνώριζα. Ήμουν έτοιμη να βγω έξω και σταμάτησα. Μπροστά μου στεκόταν μια γκριζομάλλα γυναίκα με μπλε μάτια. Με κοιτούσε, έντρομη, χωρίς να κουνά τα βλέφαρα. Μια ξένη γυναίκα, και όμως κάπως γνωστή, περιστοιχισμένη από μια γκριζωπή ομίχλη. Νόμιζα ότι είχα δει ένα φάντασμα.

Δεν αναγνώρισα τον εαυτό μου αμέσως. Πρώτα απ’ όλα, τα μαλλιά μου δεν είναι γκρίζα – κοιτάχτε! Τα βάφω προσεκτικά κάθε μήνα με το light blond της L’Oréal. Και υπάρχουν και ένα σωρό άλλες αποχρώσεις, κάποιες ακούγονται απίστευτα ελκυστικές –champagne, strawberry, cognac, σαν κάτι που θα μπορούσες να φας ή να πιεις– όμως αυτή εδώ είναι η αγαπημένη μου, ανέκαθεν αυτή χρησιμοποιούσα. Βάφω μόνη μου τα μαλλιά μου, το έχω συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια από τη σύνταξη και μετά. Αλλά δεν είναι αυτά καθαυτά τα μαλλιά το θέμα, γιατί τούτο το χρώμα είναι αρκετά ανοιχτό ώστε να δείχνει γκρίζο στο ημίφως. Στην πραγματικότητα, ήταν το πρόσωπο που με τρόμαξε. Βλέπετε, επρόκειτο για το ζαρωμένο πρόσωπο μιας γριάς γυναίκας. Ήταν σαν να είχα δει στον καθρέφτη τη μεγάλη μου αδερφή, η οποία έχει πεθάνει εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Μοιάζαμε πολύ. Αλλά δεν ήταν δυνατόν να έχω δει την πεθαμένη μου αδερφή… Μου πήρε κάνα δυο λεπτά για να συνέλθω και να χωνέψω ότι αυτή η γυναίκα που με κοίταζε επίμονα δεν ήταν ένα στοιχειό, αλλά το είδωλό μου στον καθρέφτη. Και η συνειδητοποίηση ότι ήμουν εκείνη με τάραξε ακόμα περισσότερο.

Γιατί υπέθεσα ότι είχα μπροστά μου ένα στοιχειό;

E, ήταν ήδη αργά, ήταν σούρουπο, και μόνο οι γραμμές του ατόμου αυτού ήταν ορατές. Έμοιαζε κάπως σαν να… σβήνει; Όπως όταν κοιτάζεις τον εαυτό σου σε έναν παμπάλαιο καθρέφτη, θαμπωμένο με καφέ αποχρωματισμό. Οι κηλίδες εξαπλώνονται και ολόκληρα μέρη γίνονται θολά, η υπόλοιπη εικόνα μένει ίδια, τα όρια είναι ασαφή, εξαφανίζονται. Λιγάκι τρομακτικό. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι αυτή δεν είναι η αληθινή εικόνα ενός ατόμου, και όμως, φαίνεται ότι είναι. Έτσι σε βλέπουν οι άλλοι, ή δεν σε βλέπουν. Σαν να ήσουν ένα φάντασμα. Και επίσης το πραγματικό άτομο –έχω προσωπική εμπειρία επ’ αυτού– γίνεται με έναν τρόπο πιο χλωμό, ολοένα και πιο διαφανές. Σκέφτηκα ότι αυτό το άγνωστο άτομο, αυτή η ξένη γυναίκα, είχε με κάποιον τρόπο εισέλθει στο διαμέρισμα, ίσως επειδή είχα ξεχάσει να κλειδώσω την πόρτα. Το παθαίνω αυτό το ξέρω, όλο και πιο συχνά ξεχνάω να κλειδώσω. Ή αφήνω το κλειδί στην εξωτερική κλειδαριά. Και τότε συνειδητοποίησα ότι ήμουν εγώ, όπως με βλέπουν οι άλλοι. Η δική μου εικόνα.

Ο καθρέφτης ήταν πάντα εκεί, στην είσοδο, ακριβώς δίπλα στην εξώπορτα. Ένας μεγάλος παλιός καθρέφτης της μακαρίτισσας της μητέρας μου, από το παλιό διαμέρισμα. Με μια σκοροφαγωμένη μπαρόκ κορνίζα. Είχα κιόλας ξεχάσει ότι βρισκόταν εκεί – τόσα πολλά άχρηστα πράγματα συσσωρεύτηκαν μέσα στα χρόνια. Όλο σχεδιάζω να κάνω ένα καλό ξεκαθάρισμα, να πετάξω τη σαβούρα, αλλά δεν έχω τη δύναμη. Είμαι κουρασμένη. Ίσως να είχα αφαιρέσει το παλτό από τo κρεμα-στάρι ή την κουρτίνα από το παράθυρο και έτσι να ανακάλυψα πάλι τον μισοκρυμμένο καθρέφτη. Αλλά το πήρα είδηση μόνο όταν είδα μέσα του αυτό το ξένο πρόσωπο – τον εαυτό μου.

Έπειτα απ’ αυτήν τη συνάντηση, όλοι οι καθρέφτες μετατράπηκαν σε πραγματικούς εφιάλτες. Πάντα κοιτάζω δυο φορές το πρόσωπο που στέκει μπροστά μου. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται κάποιος να μη βλέπει, να μην αναγνωρίζει αμέσως τον εαυτό του. Είναι δυνατόν να βλέπει κανείς τον εαυτό του τόσο διαφορετικά; Είναι αλήθεια ότι το βλέμμα μου προς το μέρος αυτού του ατόμου είθισται να είναι βιαστικό, σύντομο, αδιάφορο, επιφανειακό, με τον τρόπο που κοιτάς έναν περαστικό. Αλλά, για όνομα του Θεού, παραλίγο να συγκρουστώ με τον εαυτό μου Πήγαινα κατευθείαν πάνω στη γυναίκα που πλησίαζε, μην έχοντας την παραμικρή πρόθεση να παραμερίσει για χάρη μου. Σταμάτησα σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων και τότε ήταν που είδα σε αυτήν τη γυναίκα τον εαυτό μου. Όπως με βλέπουν οι άλλοι. Αν με βλέπουν καθόλου.

Αυτή η συνάντηση με τον εαυτό μου, με τον τρόπο που με βλέπουν οι άλλοι, με ενόχλησε για έναν ακόμα λόγο. Μου θύμισε κάτι άλλο που είχα να δω πολύ καιρό. Το βλέμμα ενός άντρα. Όχι, όχι κάποιου συγκεκριμένου άντρα. Αλλά ενίοτε κάτι παρόμοιο συμβαίνει όταν περπατάω και βλέπω έναν άγνωστο άντρα να έρχεται προς το μέρος μου. Το πεζοδρόμιο είναι στενό και αναπόφευκτα πρέπει να περάσεις στριμωχτά με τον άλλον. Όταν δύο άνθρωποι στριμώχνονται για να περάσουν, συνήθως ενστικτωδώς κοιτάζονται στα μάτια. Εκτός κι αν πραγματικά θέλουν να το αποφύγουν, αλλά ποιος ο λόγος; Οι ματιές τους συναντιούνται, είναι αναπόδραστο, έτσι πίστευα. Ίσως επειδή το είχα συνηθίσει. Είναι, ας υποθέσουμε, μεσήλικας, με ήδη γκρίζους κροτάφους, είναι νεότερος από εσένα, μα όχι αρκετά νέος ώστε να είναι γιος σου. Και τότε παρατηρείς το βλέμμα του. Σε κοιτάζει και  καταλαβαίνεις ότι δεν σε βλέπει. Κοιτάζει μέσα από σένα, σαν να είσαι φτιαγμένη από γυαλί. Βλέπεις πως η ματιά του σε διαπερνά. Φυσικά, η πρώτη σου σκέψη είναι ότι είναι ένας τρελός, ένας υπνοβάτης έτοιμος να πέσει πάνω σου. Κινείται λες και δεν είσαι καν εκεί, λες και όλο του το σώμα θα σε διαπεράσει, όχι μόνο το βλέμμα του. Παρ’ όλα αυτά, την τελευταία στιγμή σε παρακάμπτει σαν ένα απροσδιόριστο αντικείμενο που του έχει φράξει τον δρόμο, μια ενόχληση, ένα ζωντανό εμπόδιο. Δεν αναγνώρισα τον εαυτό μου, και αυτό είναι τρομερό από μόνο του, αλλά τώρα δεν με βλέπουν ούτε οι άλλοι!

Έχω γίνει ένα εμπόδιο, τίποτα παραπάνω. Και αυτό είναι μόνο η αρχή.

Η αρχή τίνος;

Μα, των ανθρώπων που κοιτάζουν μέσα από μένα. Ή, αν τυχόν το βλέμμα τους πέσει πάνω μου, της αίσθησης της συμπόνιας τους, μερικές φορές ως και της αποστροφής τους θα έλεγα. Νιώθω όλο και περισσότερο αόρατη, σαν να σβήνω. Ναι, ασφαλώς, εννοείται ότι υπάρχω, αλλά τι σημαίνει αυτό άμα δεν λαμβάνω αναγνώριση της ύπαρξής μου από τους άλλους; Αν συμπεριφέρονται σαν να μη με βλέπουν; 

Μένω κοντά σε μια μεγάλη διασταύρωση. Κάποιες φορές αν η κίνηση είναι λιγοστή και είναι μέρα, τολμώ να διασχίσω τον δρόμο χωρίς να περιμένω το πράσινο φανάρι. Δεν θα έπρεπε να το κάνω αυτό γιατί τα αυτοκίνητα διέρχονται με ταχύτητα και θα μπορούσαν εύκολα να πατήσουν κάποιον που διασχίζει τον δρόμο παρά το κόκκινο φανάρι. Ένας οδηγός δεν με είδε, συνέβη, δεν ελάττωσε ταχύτητα. Αυτή η εμπειρία με τρόμαξε. Όπως είναι φυσικό, δεν μπορώ πια να τρέξω, ούτε και θέλω. Μερικές φορές στέκομαι σ’ αυτήν τη διασταύρωση παρακολουθώντας τους οδηγούς να φρενάρουν βλέποντας μια μητέρα με καροτσάκι να διασχίζει τον δρόμο, μια γυναίκα με ένα παιδί, νέους ανθρώπους. Έχω το ίδιο μέγεθος με ένα κορίτσι που, ακριβώς πριν από εμένα στο ίδιο σημείο, διέσχισε τον δρόμο παρά το φανάρι. Κι όμως ο οδηγός έκανε σαν να μην ήμουν εκεί. Οδηγούσε τόσο γρήγορα που αναγκάστηκα να κάνω ένα βήμα πίσω στο κράσπεδο. Βέβαια, δεν ήταν ο ίδιος οδηγός που είχε κόψει ταχύτητα για την κοπέλα. Αλλά και πάλι…