Η ευτυχής αποκάλυψη
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88518-1-8
Noėma, Αθήνα, 5/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 136 σελ.
Γαλλική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή
Στα δέκα του χρόνια, ο μικρός Στεφάν βιώνει μια κακοποιητική εμπειρία που δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε να ονομάσει. Έτσι, τη θάβει βαθιά μέσα του, στη σιωπή.

Χρόνια αργότερα, ενήλικας πια, επιστρέφει τυχαία στο κτίριο όπου συνέβη το γεγονός που σημάδεψε την παιδική του ηλικία. Η μνήμη ξυπνά και ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος με όσα απέφευγε όλα αυτά τα χρόνια: τη βία, την ενοχή, τη σιωπή της οικογένειας.

Ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ο αφηγητής προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς του συνέβη και κυρίως γιατί δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Σε ένα ελληνικό νησί, απομονωμένος, επιχειρεί να γράψει αυτή την ιστορία, μετατρέποντας το τραύμα σε λόγο.

Μια βαθιά προσωπική, αυτοβιογραφική αφήγηση για την κακοποίηση, τη μνήμη και τη δύναμη της γραφής.

Γιατί κάποιες αλήθειες, όσο οδυνηρές κι αν είναι, μπορούν τελικά να απελευθερώσουν. Και τότε η αποκάλυψη είναι ευτυχής.

Οδηγώ αργά κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου των παιδικών μου χρόνων. Όπως πάντα, επιβραδύνω μπροστά από το κόκκινο κτίριο του δημοτικού σχολείου μου. Πίσω από τον φράχτη, φαντάζομαι την παιδική χαρά. Τα παιχνίδια μας, αυτόν τον κόσμο που ήταν μόνο για μας, περιφραγμένος σε έναν χώρο τόσο μικρό που μας φαινόταν τόσο μεγάλος. Τίποτα δεν υπήρχε έξω απ’ αυτόν. Και κυρίως αυτό το βλέμμα που είχα γίνει, το οποίο θα στεκόταν εκεί μια μέρα, στο μακρινό αδύνατο, απέξω. Έχω ραντεβού με έναν γιατρό που ασκεί τη θεραπεία EMDR (Eye Movement Desensitization and Reprocessing), ένα είδος θεραπείας που είχε αποδειχθεί αποτελεσματικό στους μεγάλους τραυματίες πολέμου. Ύστερα από ποικίλες ανεπιτυχείς προσπάθειες ψυχοθεραπείας και ψυχανάλυσης που είχα ήδη κάνει, σκέφτηκα ότι δεν είχα τίποτα να χάσω. Η τύχη το έφερε ο γιατρός που μου συνέστησαν να βρίσκεται στη συνοικία των παιδικών μου χρόνων. Οδηγώ προς την κατεύθυνση του ιατρείου του κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου που φέρει το όνομα ενός βασιλιά, του οποίου τη νεκρική πομπή πήγαμε να δούμε με την τάξη μου δεκαετίες μετά την παραίτησή του. Τότε το καθετί βιωνόταν με πληρότητα και ειλικρίνεια, οι εθνικές κηδείες ήταν το κορυφαίο γεγονός στο οποίο μπορούσαμε να παραβρεθούμε, είχαμε ακόμη την απαραίτητη αθωότητα για να παρακολουθούμε ως συγκλονισμένοι θεατές, ήταν πριν κάνω ένα βήμα στην άκρη, πριν εγκαταλείψω τη ζωή μου – ή αυτό συνέβαινε ήδη, χωρίς να το γνωρίζω, στη σκοτεινή πλευρά των ημερών μου, μέσα από το υπομονετικό και αδιάλλακτο έργο της νύχτας. Ίσως αυτή η γεωγραφική σύμπτωση, μονολογώ καρφώνοντας το βλέμμα μου στο κόκκινο κτίριο του οποίου ο οικείος χαρακτήρας μού είναι τώρα παράξενα εχθρικός, να μην είναι παρά ευεργετική για τη θεραπεία. Ίσως το μονοπάτι που παίρνω ερήμην μου καθοδόν προς τον γιατρό να προετοιμάζει το έδαφος αυτής της πρώτης συνεδρίας κλινικής ύπνωσης.

Στην άλλη πλευρά της λεωφόρου, απέναντι από το δημοτικό σχολείο, ένα ήσυχο σύνολο από μικρούς ανθισμένους κήπους σπιτιών. Με τους γονείς μου, είχαμε επισκεφθεί ένα από αυτά, λίγους μήνες πριν όλα ραγίσουν. Μου έρχεται πάλι στο μυαλό. Αυτό που σήμαινε για μένα η προοπτική να ζήσουμε στο σπίτι αυτό επανέρχεται ξεκάθαρα, παρέα με ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Το σπίτι αυτό, που πιθανότατα είχα επιθυμήσει περισσότερο από τους γονείς μου, οι οποίοι όφειλαν τότε να γνωρίζουν τι να περιμένουν ως προς τη βιωσιμότητα ενός τέτοιου σχεδίου, το σπίτι αυτό είχε ενσαρκώσει για μένα την πιθανότητα μιας ευτυχισμένης εφηβείας, θέλω να πω, μετά τα βάσανα της ύστερης παιδικής ηλικίας, μετά από όσα είχαν συμβάλει σ’ εκείνον τον χυλό που είχε γίνει η οικογενειακή μας ζωή, το σπίτι αυτό είχα πιστέψει ότι θα ήταν ικανό, αν είχε υπάρξει, να μας σώσει. Όμως το σπίτι δεν υπήρξε, το όνειρο είχε αποδειχθεί αδύνατο, η αποσύνθεση είχε συνεχιστεί. Τώρα που επανέρχονταν όλα, καταλάβαινα πόσο αβίωτη είχε γίνει η πόλη αυτή, γιατί έπρεπε να την εγκαταλείψω, αφού αυτό που έπρεπε να είχε συμβεί δεν είχε συμβεί, έπρεπε να φύγω, να εφεύρω ένα αλλού. Αυτό ήταν το σκηνικό μιας ύπαρξης που δεν ήταν η δική μου, η αλλόκοτη εχθρότητα του κόκκινου κτιρίου του δημοτικού μου σχολείου δεν είχε κάποια άλλη σημασία. Έπρεπε όμως να συνεχίσω τον δρόμο μου προς το ιατρείο, όπου ήλπιζα να αντλήσω την απαραίτητη δύναμη για να πάρω ξανά τη ζωή μου στα χέρια μου.

Ποια θα ήταν η ζωή μου αν είχε υπάρξει το σπίτι αυτό; Στο τέλος της παιδικής ηλικίας, ήλπιζα ότι ένα τέτοιο μέρος θα κατάφερνε να βάλει τα πάντα στη θέση τους, ότι αυτό που μας χώριζε στην οικογένεια θα σταματούσε εκεί την καταστροφική του πορεία, ότι εκεί θα βρίσκαμε ο καθένας τη θέση του, έναν τρόπο να ζούμε μαζί, ότι θα γινόταν με έναν τρόπο ο τόπος μας, το καταφύγιό μας, το σπίτι θα ήταν αυτός ο κρίκος που μας έλειπε και θα παρέμενε για τον καθένα μας, για το υπόλοιπο της ζωής μας, το κοινό κρησφύγετο της οικογένειάς μας, αυτό στο οποίο προσκολλούμαστε σαν σε γερά θεμέλια πάνω. Δεν ήταν παρά ένα αφελές παιδικό ονειροπόλημα, που επέστρεφε τώρα με απόλυτη καθαρότητα. Ένα σπίτι δεν θα μπορούσε, από μόνο του, να γράψει ιστορία, λογικεύτηκα, αλλά σε ποιο βαθμό θα μπορούσε η ιστορία να μην είχε παρεκκλίνει από την τροχιά της με την πραγματοποίηση ενός τέτοιου έργου; Ελλείψει όλων αυτών, μια άλλη ύπαρξη είχε αρχίσει, μια ύπαρξη παράλληλη μ’ εκείνη που φαινόταν να ζω, σημαδεμένη από τη σφραγίδα της αποτυχίας, μια υπόγεια ύπαρξη, σαν αόρατο σπίτι, οχυρό στο κεφάλι μου, όπου θα κρυβόμουν. Και συνέχιζα να οδηγώ κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου. Καθώς προχωρούσα, οι αναμνήσεις ενεργοποιούνταν ξανά. Εκεί, αναγνώριζα το μονοπάτι που έπαιρνα κάθε απόγευμα επιστρέφοντας από το σχολείο στο σπίτι. Διέσχιζα αυτό που ακόμη τότε ήταν ένα κομμάτι υπαίθρου μέσα στην πόλη. Σήμερα, νέες κατασκευές ορθώνονταν στο σημείο. Εκεί, ήταν το μεγάλο σουπερμάρκετ όπου πηγαίναμε οικογενειακώς κάθε Παρασκευή απόγευμα για να κάνουμε τα ψώνια μας. Βρισκόταν πάντα απέναντι από ένα άλλο σουπερμάρκετ, στο οποίο δεν πηγαίναμε ποτέ, αφού οι γονείς μου σίγουρα θεωρούσαν ότι η ελαφρώς κομψότερη εταιρεία προοριζόταν για μια κοινωνική τάξη ανώτερη από τη δική μας, εκτός κι αν δεν θεωρούσαν τίποτα απολύτως, τους ήταν αυτονόητο. Όχι πολύ μακριά, πίσω από τα δύο σουπερμάρκετ, το αθλητικό συγκρότημα με την πισίνα και τα γήπεδα ποδοσφαίρου – δεν μπορούσα να το δω από τη λεωφόρο όπου οδηγούσα, αλλά τόσο πολλές αναμνήσεις συνδέονταν με αυτό, που αναπόφευκτα θα το θυμόμουν. Παντού, τριγύρω, τετράγωνα πολυκατοικιών όπου ζούσαν οι περισσότεροι συμμαθητές ή παιδικοί μου φίλοι. Ήταν ο παλιός μου κόσμος, η στρεβλή εικόνα του παλιού μου κόσμου, το παρελθόν είχε εκδιωχθεί από νέες ζωές, άλλες παιδικές ηλικίες αναλώνονταν εκεί, οι οποίες μια μέρα, όμοια με μένα, θα γίνονταν ματιές ήρεμες σε αυτό που είχε βιωθεί, θαμμένο πίσω από την ατάραχη παρουσία αυτού που διαιωνίζεται.

Όταν έγραψα ότι η τύχη το έφερε να επιστρέψω εδώ, ήταν φυσικά μια ευκολία. Η τύχη δεν έχει καμία σχέση με αυτή την ιστορία. Ο ταχυδρομικός κώδικας της διεύθυνσης του γιατρού καθόρισε την επιλογή μου. Αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η τύχη αυτή, ακόμα και προκαλούμενη, θα ενεργούσε με τέτοια ακρίβεια. Καθώς προχωρούσα, καθώς ανακάλυπτα ξανά το σκηνικό που είχα ξεθάψει από τη μνήμη μου, η καρδιά μου χτυπούσε ολοένα και πιο γρήγορα. Όσο πλησίαζα στη διεύθυνση του γιατρού, τόσο περισσότερο έλεγα Όχι, δεν είναι δυνατόν, διαισθανόμενος όμως ότι ήταν. Αφού είχα περάσει τα δύο σουπερμάρκετ, είχα συνεχίσει να οδηγώ αργά στη μεγάλη λεωφόρο, σαν να είχα μόλις εισέλθει σε απαγορευμένο έδαφος· στην παιδική μου ηλικία, αυτή η περιοχή ήταν έξω από την περίμετρο που ταυτίζαμε με τη γειτονιά μας, παρόλο που ένα κομμάτι της ιστορίας μου παίχτηκε εκεί. Η παρουσία της έδρας του ΝΑΤΟ στην προέκταση της λεωφόρου δεν ήταν βέβαια ξένη προς την έννοια του απαγορευμένου που πλανιόταν στον αέρα. Η αδιαφάνεια των αποστολών αυτού του διεθνούς οργανισμού, που γνώριζα μόνο ότι σχετίζονταν με τον πόλεμο, τον έκανε να απέχει τόσο από την περίκλειστη πραγματικότητα στην οποία ζούσα ως παιδί, που προσέδιδε σε αυτή την άλλη γειτονιά ένα απειλητικό χρώμα: ήταν σαν η γειτονιά αυτή να ανήκε απλώς σε έναν άλλον κόσμο, σε μια διαφορετική πόλη από αυτή στην οποία ζούσα. Διεθνείς αλυσίδες ξενοδοχείων είχαν ξεφυτρώσει κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου, επιβεβαιώνοντας τον εξωεδαφικό χαρακτήρα της περιοχής. Όμως, για να είμαι ειλικρινής, σήμερα που γνώριζα λίγα περισσότερα για τις αποστολές του ΝΑΤΟ, άλλοι λόγοι, πιο προσωπικοί, αναδύθηκαν, που δικαιολογούσαν την ανησυχία που με είχε κυριεύσει από τότε που πέρασα τη διαχωριστική γραμμή.