Η καρδιά της γινόταν ποτάμι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-356-5
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 5/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 80 σελ.
Περιγραφή
Αλλά τώρα σκέψου
πως σε αγκαλιάζω σφιχτά.
Και σου στέλνω τη θάλασσα
Σου ψιθυρίζω τον ουρανό
Σε κοιμάμαι.

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Ι

Έγραφε.
Της είπαν:
όχι έτσι.
Τα ποιήματά της τα είπαν «ευαίσθητα»,
όχι αληθινά.
Της ζήτησαν όνομα αντρικό
για να ακουστεί σοβαρά η φωνή της
Της φόρεσαν ψευδώνυμο
Οι λέξεις της
έσπαγαν ράφια και χρόνο.
Γιατί η γραφή
δεν έχει φύλο –
μόνο σκιές
που τη φοβούνται.
Και περνούσαν αιώνες…

ΙΙ

Στις σελίδες της
η θάλασσα φορούσε μαλλιά
και τα δάχτυλά της έπλεκαν φεγγάρια.
Η καρδιά της γινόταν ποτάμι
που δεν ήθελε όρια,
και τα μάτια της –
καθρέφτες αθέατοι,
ανέφεραν μυστικά.
Οι λέξεις της αναπνοές
που ζητούν να ακουστούν
Οι λέξεις της σφυρίζουν στον άνεμο
Κανονικό ρεφρέν
Ξανά και ξανά
Η γυναίκα
Είναι μοτίβο.

*


ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΗ ΜΑΘΗΣΕΩΣ

Από μικρή δεν με άφηνε η μαμά μου
με την κουζίνα να έχω εμπλοκή.
Την ένοιαζε μόνο για τα μαθήματά μου
και μένα με βόλευε αυτή η πρακτική.

Κλεινόμουν έτσι στα διαβάσματά μου
και ως φοιτήτρια μετά ασχολιόμουν μόνο με αυτά.
Αφού έτοιμα έβρισκα τα φαγητά μου,
δεν είχα ούτε σκοτούρα ούτε μπελά.

Είναι ντροπή, το ξέρω, να το λέω,
αλλά το ’χω πει τόσες φορές,
που πια είναι γνωστό:
χρειάστηκε να φτάσω τα τριάντα
για να μάθω να τηγανίζω ένα αυγό.

Δυσκολευόμουν πάντα με τον τρόπο,
δεν είχα άνεση καμιά να κινηθώ.
Όσες φορές προσπάθησα να βάλω φαντασία
(να, όπως κάνω στη λογοτεχνία)
το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό.

Τώρα πια το έχω εμπεδώσει.
Δεν κάνουμε όλοι για όλα τα πράγματα στη γη.
Μπορεί στη λογοτεχνία κάτι να ’χω καταφέρει
Μα στη μαγειρική πήγαν όλα στραβά απ’ την αρχή.

Καμιά φορά για να παρηγοριέμαι
αυτοσαρκάζομαι – τι άλλο πια να πω.
Κι όταν με ρωτάνε οι φίλοι ειρωνικά
για βράδυ τι θα μαγειρέψω,
τους απαντάω: «Θα φτιάξω ένα ποίημα
απ’ αυτά που ξέρω μόνο εγώ.
Μα να που ένα δίλημμα πάλι με βασανίζει:
πώς να το φτιάξω εντέλει,
βραστό ή τηγανητό;»


*


ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Θέλω να σας το πω,
μα πώς να αρχίσω –
πώς τ’ όνομα απ’ ασήμι
να δικαιολογήσω;
Λοιπόν, είναι καιρός
ν’ ακούσετε την αλήθεια για εμένα:
μαγεύομαι από παπαρούνες,
γαλαξίες κι άστρα
κι από στίχους ποιητών
που πάνε κόντρα στα ήθη των καιρών
κι επιθυμώ από καρδιάς να σας τους γνωρίσω.
Αδιάφορη μ’ αφήνουν τα τερτίπια των ρεαλιστών.
Προτιμώ –εννοείται– την τρέλα των σουρεαλιστών.
Κι από ζωγραφική γουστάρω τον Σαγκάλ,
ακριβώς επειδή οι φιγούρες του πετάν.
Άργησα πολύ να μάθω –ομολογώ–
πώς να βράζω
ή πώς να τηγανίζω έν’ αυγό!
Είναι όμως, άραγε, τόσο μεμπτό αυτό;
Χάνομαι μέσα στα βιβλία κάθε μέρα,
κάνω δοκιμές συνέχεια στο χαρτί.
Κι έχω την αίσθηση συχνά πως
εγώ μοιάζω με μια ηρωίδα
βγαλμένη από έργο του Σουρή.
Γοητεύομαι ακόμα απ’ ό,τι θαυμαστό,
αναζητώ συνέχεια τις πτυχές μου
τις κρυμμένες για να βρω.
Γράφω βιβλία βάζοντας ψυχή,
πιστεύω πως μέσα σε κάθε τέλος
βρίσκεται μια νέα αρχή.
Στίχο τον στίχο παίζω
με πολλές αβεβαιότητες εγώ.
Αυτό είναι άλλωστε και το νόημα
της ποίησης, θαρρώ!
Όμως μια βεβαιότητα έχω μονάχα.
Ναι, μία!
Είναι μέσα στη φύση μου,
και δεν θα τ’ αρνηθώ –
γι’ αυτό νιώθω κιόλας
και την ειλικρινή ανάγκη
να σας αποκαλυφθώ!
Πώς θα μ’ αγαπήσετε αν δεν αποδομηθώ;
Πώς θα με λατρέψετε αν δεν απογυμνωθώ;
Πώς θα καταλάβετε
γιατί θέλω την τέχνη της Ποιήσεως
επ’ αόριστον να υπηρετώ;
Διαβάστε λοιπόν αυτό το ποίημα
και κάντε δρόμο να διαβώ!