Εἶναι τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι ἁπλῶς μιά ἐποχὴ ἢ μιά φαντασμαγορικὴ τελετὴ λήξης τῆς χρονιᾶς; Μιά κορύφωση ποὺ σηματοδοτεῖ τὸ τέλος –καὶ ταυτοχρόνως τὴν ἀπαρχή– ἑνὸς κύκλου ζωῆς;
Ἀπὸ τὸν Ἰούνιο ἕως τὸν Δεκαπενταύγουστο, ὁ χρόνος στὴν Ἑλλάδα μοιάζει νὰ ὡριμάζει μέσα σὲ πύρινο φῶς. Τὰ πανηγύρια, οἱ γιορτές, ἡ θάλασσα καὶ τὸ ἐκρηκτικὸ φῶς ποὺ ἀποκαλύπτει τὰ πάντα, δοκιμάζοντάς τα, συνθέτουν μιά ἐμπειρία ποὺ δὲν εἶναι μόνον γεωγραφικὴ ἢ κλιματική. Εἶναι βαθιά πολιτισμική, ὑπαρξιακὴ, μυσταγωγική.
Τὸ ἑλληνικὸ θέρος δὲν εἶναι ἁπλῶς καλοκαίρι, μιά «καλὴ περίοδος», οὔτε μια εὐτυχὴς σύμπτωση ἡλίου καὶ τοπίου. Ἀποτελεῖ συνάμα δοκιμασία καὶ ἀνάπαυλα, ὑπερπαραγωγὴ καὶ κάθαρση. μιά ἐτήσια ἀποθέωση ποὺ μᾶς γοητεύει, μᾶς συγκινεῖ, μᾶς ἐντυπωσιάζει – καὶ ἐνίοτε μᾶς πληγώνει. «Δι’ ἐλέου καὶ φόβου» μᾶς ἐπαναφέρει στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἄλλους, ἐνῶ ἀναζητοῦμε εὐρύτερα σκιάδια ἀπαντοχῆς καὶ ἀνανέωσης.
Ἕνα βιβλίο γιὰ τὸ φῶς, τὸν χρόνο καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ ζήσουμε τὸ καλοκαίρι ὄχι ὡς συγκυρία, ἀλλὰ και ὡς τρόπο ὕπάρξης.