Ακροβάτης σε μπλε τεντωμένο
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-347-3
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 62 σελ.
Περιγραφή
Τα βαθιά βαθαίνουν κι άλλο
άρα τώρα φαίνεται ποιος μάθαινε κολύμπι
σε ποιον άρεσε ακόμα να πλατσουρίζει
κι ο ήλιος καρχαρίας που θα ’ρθει να καθαρίσει
αυτό το σάπιο κήτος που ξέβρασε
της εποχής η τρικυμία.
Ήρεμη η αράχνη στήνει τον ιστό της
υπομονετικά στο τέλος αυτού του δρόμου
μέσα στην ανήμπορη συγκατάβασή μας.
Κι όμως, πέρα από τους λόφους
τα στάχυα λικνίζονται ακόμη κίτρινα
και άθικτα
κάτω από ουρανούς γαλάζιους.

ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ ΕΝΟΣ ΤΣΙΡΚΟΥ

Το κοινό, δεν χόρταινε χτικιό
ούτε φθόνο ακόμα.
κι οι κλόουν να μαστιγώνουν
συνέχεια τη θλίψη τους
πάνω στη σκηνή
ελπίζοντας πως έτσι θα ’ρθει
επιτέλους μια κάθαρση.
Βαριεστημένες οι τίγρεις
με ανοιχτό στόμα περίμεναν
κι άλλο ωμό κρέας
οι εκπαιδευτές επιδείκνυαν το μαστίγιο μόνο
σε όσους φαίνονταν πια να μη διασκεδάζουν

όμως, το τεράστιο ερπετό στη σκηνή
που όλοι νόμιζαν
ότι μπορεί μόνο να σφίγγει,
μπουκωμένο με δηλητήριο
είχε μάθει να χαμογελά
ενώ το μόνο που περίμενε ήταν
μια ευκαιρία να φτύσει.
Ακροβάτες και ακροβάτισσες
φαίνονταν να ξέρουν ελάχιστα
από ισορροπία σε σκοινί τεντωμένο
αλλά κυρίως με τα κολάν
να ξεσηκώνουν τα πλήθη.

Έτσι από παράσταση σε παράσταση
οι θεατές συνήθιζαν στους προβολείς
που τυφλώνουν

στον σκόπιμο καπνό και την ομίχλη
σε μουσικές στίξεις και αφηγήσεις
που εξάπτουν καίρια το
ένα συναίσθημα ή το άλλο.
Και οι κερκίδες χωρισμένες
συνήθως στα δυο
και έτσι κανονίζονταν οι μερίδες θεάματος
πότε για τους αποδώ
πότε για τους αποκεί
κι έτσι συνήθιζαν στη σκληρότητα
ή στον οίκτο – για ό,τι μετά
μεγαλώνοντας δεν θα δείξει οίκτο.

Κι αφού η συνήθεια
αναπόφευκτα αποκτούσε βαρύτητα
εισιτήρια στον παραλογισμό
συνέχισαν να ξεπουλιούνται
κι άλλοι έτρεχαν να μοιραστούν
λίγη από την ατμόσφαιρα αυτή
γιατί έξω είχε κρύο
και μέσα η άρρωστη φλόγα
έβγαζε τώρα μια θαλπωρή.

Μα ορίστε ο εξόριστος, ο αναχωρητής από αηδία
όπως σε όλες τις σχετικές αφηγήσεις
φερόμενοι ακατάληπτα για τους άλλους
τώρα μόνοι ξανά στις ερημιές μονολογούσαν

κουβαλώντας στίγματα της ασθένειας
μαζί και του καταλύτη της.


*


ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ

Ιδού στην έρημο πάλι
συντηρείσαι ξανά με έντομα
και λίγα αγριόχορτα
περιφέρεσαι
ξυπόλυτος
ανάμεσα σε σκορπιούς φίδια

περιμένοντας τη μέρα
ένα πουλί
ν’ αφήσει ένα ξεροκόμματο
τον βράχο
να σταματήσει να καίει
ή ο άνεμος το δέρμα
να μαστιγώνει

τις νύχτες χωρίς άλλο κατάλυμα
απ’ το ραβδί σου
χαζεύεις ψηλά ένα φεγγάρι λιγνό
να περνάει
θερίζοντας ξανά τη στείρα σοδειά
από σκόνη και πέτρα.


*


ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΛΦΑΒΗΤΟΣ

Μιλούσες σε μια γλώσσα
παιδιών
γιατί μόνο αυτά καταλάβαιναν

άλλωστε, πώς να ξέρει κανείς ποτέ
αν σαν πρίγκιπας βαδίζει
ή φορά πάλι συνήθειες και σκέρτσα
ενός κλόουν

όσοι κατά καιρούς εμφανίστηκαν με το χάρισμα
προσεύχονταν ή βλαστημούσαν
ανάλογα με την εποχή τους.
κι ύστερα για τους υπόλοιπους, νύχτες που κόμπιαζαν
αδέξια περιφερόμενοι μέσα στη ζωή
ώρες σκοτωμένες και πίσω μικρά μνημεία
από γόπες και άδεια φλιτζάνια
κάποτε, ίσως κι εκείνο που ξαφνικά έδινε πάλι
γεύση και χρώμα στο Παρίσι.

Για να επιστρέψουν ξανά αυτά τα δειλινά

θα πρέπει να ιδρώσεις ανάμεσα σε μέρες-τίγρεις
να μείνεις ζωντανός
όταν κανείς δεν θα έχει έναν τρόπο να σου δείξει.

Κι ύστερα, πάντα
οι παραιτημένοι
πόσο εύκολα αποκοιμιούνται όταν μιλάς για τέτοια.