Τα γυμνοβράγχια το κάνουν καλύτερα
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-341-1
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 230 σελ.
Περιγραφή

Ένας επίμονος κυνηγός θησαυρών εντοπίζει το ναυάγιο που αναζητούσε στην Καραϊβική. Μια ανυποψίαστη εκπαιδεύτρια καταδύσεων ανακαλύπτει τυχαία ένα άλλο ναυάγιο, στην Ινδονησία. Ένας κοινός φίλος τούς φέρνει κοντά. Εξαπατημένοι απατεώνες, προδομένοι φίλοι και αρχαιοκάπηλοι τους καταδιώκουν. Nαυαγοί και πρώην έμποροι ναρκωτικών τους συμπαραστέκονται. Ένας θησαυρός αμύθητης αξίας τούς καλεί. Καθώς ο χρυσός βγαίνει στην επιφάνεια, αναδύονται μαζί του παλιά λάθη, ανομολόγητες επιθυμίες και εχθροί που δεν ξεχνούν.

Μια περιπλάνηση από τον ωκεανό στη στεριά, από τη Νότια Αμερική στην Ασία, από τη φιλία στον έρωτα, από τα παραισθησιογόνα μανιτάρια στα γυμνοβράγχια. Ένα μυθιστόρημα για τη θάλασσα, την εμμονή, τη φυγή και τους ανθρώπους που επιλέγουν να ζουν κόντρα στο ρεύμα.

Το μόνο που μπορούσε να ακούσει ήταν ο θόρυβος της μοναξιάς του. Το καινούργιο σύστημα rebreather που χρησιμοποιούσε αφαιρούσε τις φυσαλίδες και τον ήχο τους, δηλαδή το ορατό αποτύπωμα της αναπνοής και τον μοναδικό ηχητικό σύντροφο για έναν δύτη. Είχε ανακαλύψει πρόσφατα τα πλεονεκτήματα αυτού του κλειστού κυκλώματος, με τη βοήθεια του οποίου ο δύτης μπορεί να κατεβεί σε μεγαλύτερο βάθος έχοντας περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του απ’ ό,τι με το συμβατικό σύστημα παροχής αέρα. Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να εναρμονιστεί απόλυτα με το περιβάλλον, καθώς λόγω της απουσίας των «ενοχλητικών» φυσαλίδων περνά σχεδόν απαρατήρητος από τους μόνιμους κατοίκους του βυθού. Αυτό έδινε στον Ντάντο την ευχαρίστηση να παρατηρεί από πολύ κοντά τη θαλάσσια πανίδα. Άλλωστε, θεωρούσε τη συντροφιά αυτών των πλασμάτων καλύτερη παρέα από το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων που είχε γνωρίσει. Εκτιμούσε τη σιωπή τους και χαιρόταν που μπορούσε να τους την επιστρέψει, αλλά δεν ήταν ώρα για διαλόγους, ακόμα κι αν αυτοί δεν συμπεριλάμβαναν λέξεις. Αιωρούταν πάνω από το αντικείμενο του πόθου του· επιτέλους την είχε βρει. Η αναζήτηση είχε διαρκέσει μόλις δεκαέξι χρόνια.

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Ντάντο διάβασε σε μια εφημερίδα το παρακάτω άρθρο:

Η ισπανική γαλέρα Nuestra Señora de Atocha βυθίστηκε το 1622, έχοντας στα αμπάρια της φορτίο από χρυσό, ασήμι, χαλκό, ταμπάκο και κοσμήματα. Το ακριβές μέγεθος του φορτίου δεν είναι γνωστό, αλλά μόνο η φόρτωση και η καταγραφή του εμπορεύματος στον Παναμά, σύμφωνα με τα αρχεία, είχε διαρκέσει δύο μήνες. Η κατά προσέγγιση αποτίμηση της αξίας του ανέρχεται στα εννιακόσια εκατομμύρια δολάρια. Το πλοίο ήταν μέρος ενός στόλου είκοσι οκτώ καραβιών, τα οποία ήταν ήδη στην Αβάνα και περίμεναν τη φόρτωση του Atocha με προoρισμό την Ισπανία. Πράγματι, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1622 ο στόλος αναχώρησε από την Κούβα για το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής. Τέσσερις μέρες αργότερα, όμως, το Atocha παρασύρθηκε από τυφώνα και έπεσε στον κοραλλιογενή ύφαλο του συμπλέγματος νησιών του Ντράι Τορτούγκας, περίπου τριάντα πέντε ναυτικά μίλια δυτικά του Κι Γουέστ. Με τον σκελετό του κομμένο στα δύο, το πλοίο δεν άργησε να βυθιστεί, παίρνοντας μαζί του τα εκατόν επτά από τα εκατόν δέκα μέλη του πληρώματος. Μόλις τα νέα έγιναν γνωστά στην Αβάνα, οι ισπανικές αρχές έστειλαν πέντε πλοία διάσωσης να περισώσουν ό,τι μπορούσαν από το Atocha και το Santa Margarita, που προσέκρουσε στον ίδιο ύφαλο λίγο αργότερα. Με τα μέσα της εποχής η κατάδυση στα τριάντα μέτρα, όπου βρισκόταν το Atocha, δεν ήταν εύκολη υπόθεση και έγινε ακόμα δυσκολότερη όταν ένας τυφώνας χτύπησε την περιοχή τον Οκτώβριο διασκορπίζοντας τα κομμάτια ακόμα περισσότερο. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια και οι Ισπανοί κατόρθωσαν να ανακτήσουν περίπου το μισό καταγεγραμμένο φορτίο του Santa Margarita με τη βοήθεια πολλών σκλάβων, ο θάνατος των οποίων καταγραφόταν ως «επιχειρησιακά έξοδα». Το Atocha, όμως, σαν να το κατάπιε ένα στόμα πιο διψασμένο για τους θησαυρούς του και από τους Ισπανούς χρηματοδότες του…


H Κιάρα βρισκόταν ξανά περιτριγυρισμένη από νερό, το περιβάλλον στο οποίο αισθανόταν πιο άνετα. Πάντα πίστευε πως το γεγονός ότι ο άνθρωπος περνάει τους πρώτους εννέα μήνες της ζωής του πλέοντας σε ένα υγρό υπάρχει κάπου βαθιά θαμμένο στο αρχείο της ασυνείδητης μνήμης και γι’ αυτό σε κάποιους η κατάδυση στη θάλασσα ξυπνάει ένα αίσθημα εμβρυακής ευφορίας. «Άλλωστε, αν αποτελούμαστε κατά εβδομήντα τοις εκατό από νερό, τότε μέσα στο νερό δεν είναι που το ανθρώπινο σώμα βρίσκεται κυριολεκτικά στο στοιχείο του;» συνήθιζε να λέει. Αλλά αυτό που απολάμβανε περισσότερο ήταν η έλλειψη βαρύτητας, η οποία της έδινε τη δυνατότητα να κινείται στις τρεις διαστάσεις ‒ προνόμιο των αστροναυτών, των πουλιών και των δυτών. Η μοναδική αίσθηση αδρεναλίνης που ένιωθε όταν άνοιγε τα χέρια της και αφηνόταν να παρασυρθεί από ένα δυνατό ρεύμα ή, στον αντίποδα, η αίσθηση της απόλυτης χαλάρωσης καθώς αιωρούταν ανάποδα ενώ παρακολουθούσε μια θαλάσσια χελώνα να παίρνει το πρωινό της επάνω σε μια συστάδα κοραλλιών ήταν μερικοί από τους λόγους για τους οποίους προτιμούσε να περνάει τον χρόνο της μέσα στη θάλασσα παρά έξω απ’ αυτή. Αυτό που αντίκριζε μπροστά της όμως τώρα ήταν πολύ διαφορετικό από τη συνήθη θαλάσσια χλωρίδα και πανίδα και σίγουρα πολύ μεγαλύτερο.

Η πρώτη της σκέψη ήταν πως βρισκόταν υπό την επήρεια της μέθης των δυτών, μια κατάσταση σύγχυσης στην οποία μπορεί να βρεθεί κάποιος όταν πραγματοποιεί κατάδυση μεγάλου βάθους. Αφού έλεγξε το κομπιούτερ της για να σιγουρευτεί πως δεν είχε ξεπεράσει τα τριάντα μέτρα, γύρισε να δει την υπόλοιπη ομάδα των τεσσάρων δυτών που συνόδευε. Όλοι κοιτούσαν άναυδοι προς την κατεύθυνση του τεράστιου όγκου. Μπορούσε να διαβάσει την έκπληξη στα μάτια τους, που γούρλωναν λες και προσπαθούσαν να δραπετεύσουν από τις μάσκες. Κινήθηκε με γρήγορες πεδιλιές μπροστά τους, έτσι ώστε να είναι σίγουρη πως την έβλεπαν όλοι. Ενώνοντας τους δείκτες της τους έδειξε πως ήθελε να μείνουν κοντά, χωρισμένοι σε δύο ζευγάρια. Γύρισε το κεφάλι της για να βεβαιωθεί πως ο σκούρος όγκος βρισκόταν ακόμη εκεί.

Υπολογίζεται πως αυτήν τη στιγμή η θάλασσα χωνεύει σιγά σιγά στο στομάχι της περίπου τρία εκατομμύρια ναυάγια και ως εκ τούτου αποτελεί το μεγαλύτερο μουσείο του κόσμου. Η Κιάρα σκέφτηκε πως μπορεί ο αριθμός αυτός να έμοιαζε τεράστιος, όμως σε σχέση με την απεραντοσύνη του ωκεανού πρακτικά αυτό σήμαινε ότι οι πιθανότητες να πέσει κάποιος κατά τύχη επάνω σε ένα από αυτά ήταν αντιστρόφως ανάλογα μικρές. Αλλά κατά τα φαινόμενα υπαρκτές.