Ένοπλοι άγγελοι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-346-6
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 292 σελ.
Αλβανική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Αλβανία, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σε μια παρτιζάνικη μονάδα, κατά τη διάρκεια της αλβανικής αντίστασης ενάντια στον ναζισμό και τον φασισμό, δυο νέοι, ο Αλέξης και η Δωροθέα, ερωτεύονται. Με την κατηγορία ότι παραβίασαν τους αυστηρούς κανόνες του πολέμου και έπληξαν την ηθική ακεραιότητα των ανταρτών, σύντομα θα κληθούν να πληρώσουν το τίμημα των πράξεών τους.

Πώς μπορεί να είναι κανείς ελεύθερος να επιλέξει, όταν βρεθεί ανάμεσα στον έρωτα, την ιδεολογία και τη σκληρή πειθαρχία του πολέμου;

Οι Ένοπλοι άγγελοι είναι μια τραγική ιστορία για τον αγώνα των ανθρώπων για εξουσία, και για την επιρροή που αυτός ασκεί στον καθέναν μας, ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις. Ένα πολυφωνικό έργο για τα όρια της ηθικής και για τη δύναμη της μνήμης.

Εγώ, η Ροζαλία Γκίκα, γεννημένη το 1926 στο Μάλας της Χιμάρας, αποφάσισα τελικά να γράψω την ιστορία της αδελφής μου της Δωροθέας και των αγαπημένων της, του Αλέξη και του Λέον. Είναι μια τραγική ιστορία, όπως συνήθως όλες οι ιστορίες με έντονα πάθη. Οι άνθρωποι που έζησαν στα Παράκτια εκείνη την εποχή τη διηγούνται ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Έχουν δημοσιευτεί πολλά έγγραφα και αναμνήσεις, όπου ο καθένας προσπαθεί να δώσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων. Τα παρακολούθησα προσεκτικά, τα έβαλα στην άκρη, σαν τα τούβλα ενός μεγάλου κάστρου που έπρεπε να χτίσω στο μέλλον, αλλά ο τοίχος, για κάποιον λόγο παρόμοιο με τον θρύλο της Ροζάφας,1 παρέμενε στα θεμέλια. Μου φαινόταν –διαβάζοντας αυτά τα βιβλία το ένα μετά το άλλο– ότι ποτέ, κανείς δεν μπορούσε να φτάσει στην πλήρη αλήθεια όπως την είχα δει, την είχα αγγίξει και την είχα νιώσει εγώ.

Πριν από έναν μήνα πέθανε ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Νέστορας. Το κενό γύρω μου μεγάλωσε ακόμα περισσότερο· δεν έχω καθόλου χρόνο για να περιμένω. Έσπασε ένας από τους πιο σημαντικούς δεσμούς με το παρελθόν και το παρόν, με την ίδια τη ζωή. Το βλέμμα του την τελευταία μέρα, που μου απευθύνθηκε με αγωνία, με ικεσία, με επιμονή για κάτι που έπρεπε να κάνω, για κάτι ημιτελές, δεν θα με αφήσει να ησυχάσω μέχρι να φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο. Μου έριξε εκείνο το βλέμμα την ώρα που τον συνόδευαν με το φορείο προς την αίθουσα του χειρουργείου, απ’ όπου δεν βγήκε ζωντανός. Δεν ξέρω αν κατάλαβε την υπόσχεση που του έδινα μέσα από το δικό μου βλέμμα.

Ο Νέστορας είχε αφήσει πολλά χειρόγραφα, κομμάτια ημερολογίου, παλιά κιτρινισμένα έγγραφα, επιστολές φυλαγμένες σε ένα κουτί από χαρτόνι, στο καπάκι του οποίου είχε γράψει: «Δωροθέα. Για τη Ροζαλία». Η γυναίκα του μου έδωσε το κουτί την ημέρα της κηδείας και το άνοιξα αργά το βράδυ στο σπίτι μου. Στο κουτί υπήρχαν όλα όσα χρειαζόμουν για να χτίσω επιτέλους τον τοίχο της ιστορίας.

Μου πήρε χρόνο να ταξινομήσω τις στοίβες με τα χειρόγραφα του Νέστορα και των άλλων, που γέμισαν το γραφείο μου. Μου πήρε καιρό να πηγαινοέρχομαι συνέχεια, τον χειμώνα, το φθινόπωρο, το καλοκαίρι και την άνοιξη, από τα Τίρανα στο Μάλας, για να επιστρέφω στον χρόνο, να ξαναζώ το φως, τα χρώματα των βουνών και της θάλασσας, να ρουφάω, να ανασαίνω τα αρώματα και να ακούω ξανά τους ήχους εκείνης της εποχής: τις φωνές, τους πυροβολισμούς, τα βήματα των ανθρώπων και των ζώων, τους βρυχηθμούς, τα γέλια, τα δάκρυα, τη μυρωδιά του καπνού από τα καμένα σπίτια, τη μυρωδιά του μπαρουτιού πάνω στα τρυπημένα σώματα. 

Ένα καλοκαιρινό σούρουπο, καθώς καθόμουν στη βεράντα του σπιτιού της μητέρας μου και κοιτούσα τη θάλασσα, όταν μόλις είχε εμφανιστεί το μισοφέγγαρο και μερικά αστέρια στον ουρανό που ακόμα δεν είχε σκοτεινιάσει, ένιωσα ότι ο αέρας γέμιζε από αόρατα πλάσματα. Ένιωθα ότι με άγγιζαν, μου μιλούσαν, άκουγαν τις σκέψεις στο μυαλό μου. Εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα με ρίγος ότι τίποτα δεν είχε χαθεί, όλα ζούσαν σε αόρατα κύματα του σύμπαντος· έπρεπε μόνο να βρω τη σωστή συχνότητα.

Έτσι, εκείνο το βράδυ, καθώς έχανα από τα μάτια μου τη θάλασσα, που έπαιρνε το χρώμα της νύχτας και φωτιζόταν από τα φώτα των νησιών, των φάρων και των πλοίων που τη διέσχιζαν ήρεμα, συνδέθηκα με το παρελθόν.

Την επόμενη μέρα κάθισα πιο ήρεμη και άρχισα να βάζω σε σειρά τα έγγραφα, ακολουθώντας ένα νέο νήμα που με καθοδηγούσε. Με βοήθησε πολύ το ημερολόγιο του θείου μου του Νικηφόρου, μαζί με τις σημειώσεις του Νέστορα. Αυτές οι σημειώσεις, που είχε κάνει στο πλάι του κάθε εγγράφου, μου άρεσαν πολύ, γιατι έδειχναν πώς αποστασιοποιόταν από το κάθε γεγονός και μετά το ερμήνευε. Επέλεξα τη μέθοδο του Νέστορα για να παρουσιάσω τη δική μου εκδοχή. Γι’ αυτό και το βιβλίο είναι σαν μια συναυλία για πιάνο με τέσσερα χέρια.

Το πρώτο έγγραφο που ξεχώρισα ήταν η διαταγή για την εκτέλεση της Δωροθέας. Είχαν συμβεί πολλά άλλα πριν από αυτήν τη διαταγή, αλλά σκέφτηκα ότι η χρονολογική σειρά δεν ήταν αυτό που θα με βοηθούσε να σηκώσω την αυλαία του δράματος. Σκέφτηκα ότι τα γραπτά θα ήταν  απαραίτητα κομμάτια τα οποία η μνήμη μου, οι ψίθυροι των αέρινων πλασμάτων γύρω μου κι οι σημειώσεις του Νέστορα θα τα μετέτρεπαν στην αληθινή ιστορία της Δωροθέας, του Αλέξη και του Λέον.