Οι πατεράδες είναι σαν κομμάτια μαρμάρου –γιγάντιοι κύβοι, καλά γυαλισμένοι, με φλέβες και αρμούς– τοποθετημένοι ακριβώς στο κέντρο της διαδρομής σας. Σας κόβουν το δρόμο. Δεν μπορείτε να τους υπερπηδήσετε, ούτε να τους ξεγλιστρήσετε μέχρι να γίνουν παρελθόν. Είναι το «παρελθόν», και πιθανότατα και το ξεγλίστρημα, αν θεωρήσουμε ως «ξεγλίστρημα» τη βολική εκείνη κίνηση που κάνει κανείς για να περάσει απαρατήρητος ή να μείνει αλώβητος. Αν προσπαθήσετε να προσπεράσετε τον έναν, θα διαπιστώσετε πως ένας άλλος (που κλείνει πονηρά το μάτι στον πρώτο) έχει εμφανιστεί μυστηριωδώς εγκάρσια στο μονοπάτι. Ή ίσως να είναι και ο ίδιος, που κινείται με την ταχύτητα της πατρότητας.