03:36 ΑΫΠΝΙΑ
03:36 σε μια πόλη νεκρή,
η θάλασσα ξεβράζει
γυαλιστερά κορμιά μεδουσών,
έρμαια των κυμάτων.
Άδεια παραλία, άγραφη άμμος.
Η μνήμη σου απλώνεται
στη σκέψη σαν λαδιά.
Άπραγοι επί σειρά ετών,
της μελαγχολίας γόνοι,
παραδινόμαστε.
– Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;
Κάποτε περπατούσαμε
σε ράχες δελφινιών,
μας αρκούσε
των κορμιών μας το φως
κι ένας στίχος.
«Αγάπη μου, αγάπη μου
γιατί με εγκατέλειψες;»
03:36 στο βαθύ σκοτάδι
λάμνει το χρυσόμαλλο δέρας
της ύπαρξης.
Πνιγόμαστε από επιθυμία
ξυπνάμε πριν τη λύτρωση.
Σιωπηλοί ακούμε
την πόρτα να χτυπά.
– Άνοιξε, λες και κρύβεσαι.
– Σάρα, μας άξιζε τόση σιωπή;
*
ΑΧΛΥΣ ΕΡΩΤΟΣ
Αχλύς Έρωτος
τα μάτια μου σκεπάζει.
Περίλυπος μέχρι θανάτου,
της αγάπης δαίμονας,
μια φιγούρα γυμνή, χλωμή
με νύχια μακριά
ρημάζει τις νυχτιές μου.
Αμίλητα υπομένω
όσο λιμνάζουν εντός μου
οι λέξεις που με πίστη
κάποτε σκάλιζα.
Καλλιγραφικά νερόφιδα
που κουλουριάζονται,
βαθύτροπα με πνίγουν.
Αχλύς υγρά,
θολώνουν τον αρχέγονο καθρέφτη,
«Et in Arcadia ego»
ο κόσμος μου εκπνέει.
*
Η SYLVIA PLATH ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΑΦΙ
Στον ποιητή Γιώργο Κοζία
Η φωτογραφία ήρθε από το Εδιμβούργο,
ενθύμιο, μαζί με καρτ ποστάλ.
Η Σύλβια Πλαθ χαμογελαστή,
να ταΐζει blueberries ένα ελάφι,
το σωτήριον έτος 1959.
Θα έδινα όρκο πως πρόκειται
για το ίδιο εκείνο ελάφι
που διασώθηκε στη Χασιά,
έπειτα από επίθεση σκύλων.
Το ξαναβλέπω, ζωντανό, μπροστά μου.
–Με δεμένα τα πληγωμένα πόδια του,
με τον θάνατο στα μάτια
να ξεσηκώνει γλέντι
κι ένα πελώριο, σχεδόν ανθρώπινο,
γιατί–
Ταράχτηκα…
Κέρατα παγιδευμένων ελαφιών,
αργά το βράδυ,
ξέσκιζαν τους ιστούς ερώτων μέσα μου.
Ξύπνησα ιδρωμένη.
Στο κομοδίνο δίπλα μια χούφτα blueberries.
Έτρεξα στη βιβλιοθήκη,
άγγιξα με ευλάβεια τη συλλογή της Πλαθ.
Άνοιξα τυχαία μια σελίδα:
«Κυλά ο Θεός από ψηλά, η Κόλαση αργοσβήνει·
Και εφορμούν τα σεραφείμ
και του διαβόλου οι φίλοι·
Κλείνω τα μάτια, και η πλάση όλη κλείνει».